Ντύσου βρετανικά, σκέψου στα γίντις

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email
Η οικογένεια Μαζάουερ, Χάιγκεητ, περ. 1936.

Η οικογένεια Μαζάουερ, Χάιγκεητ, περ. 1936.

Από την ΕΥΑ ΧΟΦΜΑΝ

ARB – THE NEW YORK REVIEW OF BOOKS

ΜαρκΜαζάουερ, What You Did Not Tell: A Russian Past and the Journey Home, Other Press, 379 pp.
Μαρκ Μαζάουερ, Όσα δεν είπες. Ένα ρωσικό παρελθόν και το ταξίδι προς την πατρίδα: Φόρος τιμής, μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου, Άγρα, Αθήνα 2017, σελ. 440

Βρισκόμαστε ήδη στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, όμως ακόμα δεν έχουμε κλείσει τους λογαριασμούς μας με τα φαντάσματα και τους δαίμονες του 20ού. Ενώ τα συνταρακτικά γεγονότα του «τρομερού αιώνα» χάνονται όλο και περισσότερο στο παρελθόν, τα τελευταία χρόνια έχει εμφανιστεί ένας μεγάλος όγκος κειμένων τρίτης γενιάς, γραμμένα κυρίως (αν και όχι μόνο) από τους έμμεσους απογόνους της γενιάς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος, αποτέλεσμα συχνά μιας έμμονης επιθυμίας να εξερευνήσουν το τεράστιο και σε μεγάλο βαθμό άγνωστο παρελθόν.

Το βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ Όσα δεν είπες θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανήκει σε αυτό το είδος· πρόκειται εντούτοις για μια ασυνήθιστη και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα έκφρασή του. Όπως συμβαίνει και σε άλλα απομνημονεύματα της τρίτης γενιάς, ο Μαζάουερ εξερευνά στο παρελθόν ορμώμενος από μια εσωτερική ανάγκη αποκρυπτογράφησης όσων έμειναν ανείπωτα από την προηγούμενη γενιά, και από την –ακόμα οδυνηρότερη μετά τον θάνατο του πατέρα του– συνειδητοποίηση για το πόσα δεν γνώριζε για το ρωσικό παρελθόν της οικογένειας. Ο Μαζάουερ, ωστόσο, δεν είναι μόνο εγγονός ρώσων εμιγκρέδων, αλλά ένας από τους εξέχοντες σύγχρονους ακαδημαϊκούς μελετητές της ευρωπαϊκής ιστορίας· και ενώ τα περισσότερα απομνημονεύματα τρίτης γενιάς ακολουθούν το λεπτό και συχνά αδιόρατο νήμα της μνήμης που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, εκείνος σκάβει, αναζητώντας επίμονα και μεθοδικά, ερευνώντας ακούραστα την ιστορία μιας οικογένειας που έζησε τον 20ό αιώνα και που η μοίρα των μελών της συνδέθηκε στενά με την ιδεολογική τρομοκρατία και τις βίαιες αναταραχές που τον σημάδεψαν.

Η οδύσσεια της οικογένειας ξεκινά από την προεπαναστατική Βίλνα και φτάνει στη Σοβιετική Ένωση και το μεταπολεμικό Παρίσι και Λονδίνο, και η αφήγηση του Μαζάουερ ξετυλίγεται μέσα από μια διαδοχή ατομικών ιστοριών, έντονα φορτισμένων από τις συνθήκες και τις ιστορικές συγκυρίες της κάθε εποχής. Η αινιγματική φιγούρα στο κέντρο της αφήγησης είναι ο Μαξ, παππούς από τη μεριά του πατέρα του, ένας άνθρωπος τόσο μυστικοπαθής και λιγομίλητος που πολλά σημαντικά συμβάντα του παρελθόντος του παρέμειναν άγνωστα στη σύζυγο και τον γιο του, αλλά που όμως, παρά την απόμακρη και αδιαπέραστη προσωπικότητά του, έζησε μια ζωή απίστευτα ταραχώδη και γεμάτη δραματικές στιγμές. Διερωτάται λοιπόν κανείς αν ο Μαζάουερ αισθάνθηκε ότι χτύπησε φλέβα χρυσού ως ιστορικός: η πικαρική αφήγησή του είναι το μέσο για να μας αποκαλύψει την ιστορία των προγόνων του και συγχρόνως η βάση για να μας εισαγάγει σε μια άλλη συναρπαστική αφήγηση που αφορά τη ζωή των Εβραίων στην τσαρική αυτοκρατορία και τους προεπαναστικούς αγώνες της Ρωσίας, σε μια εποχή που κανείς ακόμα δεν μπορούσε να διακρίνει ή να προβλέψει το αποτέλεσμά τους.

Η ζωή του Μαξ ξεκίνησε το 1873 ή το 1874 στην πόλη Γκρόντνο, σε μια περιοχή που ανήκε στην Πολωνία πριν τη διχοτόμησή της στα τέλη του 18ου αιώνα και στη συνέχεια περιήλθε στη ρωσική κυριαρχία, αποτελώντας πια μέρος της Οριοθετημένης Ζώνης όπου είχαν περιοριστείοι περισσότεροι Εβραίοι της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Την εποχή που μεγάλωνε εκεί, οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης ήταν Εβραίοι και πολλοί από αυτούς ζούσαν σε συνθήκες έσχατης ένδειας. Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο δεκατετράχρονος Μαξ, μαζί με τη μητέρα του και τους δύο αδελφούς του, αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην πιο μητροπολιτική Βίλνα, προσβλέποντας σε ένα καλύτερο μέλλον. Ο Μαξ ανέλαβε την κύρια ευθύνη να συντηρήσει την οικογένειά του και βρήκε δουλειά ως υπάλληλος σε ναυτιλιακή εταιρεία, όπου χάρη στη δραστήρια φύση του και στο γεγονός ότι ο χαρακτήρας του ενέπνεε εμπιστοσύνη κατάφερε σύντομα να προαχθεί στη θέση του υπεύθυνου για τις προσωπικές υποθέσεις του εργοδότη του.

Σύντομα η αστική εμφάνιση και οι τρόποι του τελειοποιήθηκαν. Όλα φανέρωναν πλέον ότι ανήκε στη ρωσική ιντελιγκέντσια – και έκρυβαν πολύ καλά την άλλη, αφανή πλευρά της ζωής του. Στηδεκαετία του 1920, ο Μαξ ήταν ήδη σημαντικό μέλος της Μπουντ, μιας παράνομης οργάνωσης που σήμερα έχει ξεχαστεί σε μεγάλο βαθμό, αλλά που τότε είχε σημαντική παρουσία και δύναμη στην πρώιμη αντιτσαρική πολιτική της Ρωσίας. Γνωστή με την επίσημη ονομασία Γενική Ένωση των Εβραίων Εργατών στη Λιθουανία, στην Πολωνία και στη Ρωσία, η Μπουντ υποστήριζε τον αγώνα των εξαθλιωμένων από τη φτώχεια εβραίων εργαζομένων· και μέσα στις έριδες και διαφωνίες που επικρατούσαν ανάμεσα σε κόμματα και φράξιες, πρόσφερε μια εναλλακτική λύση πολύ πιο πιστή στις αρχές της ισότητας: χωρίς ιδεολογικούς αποκλεισμούς, με σοσιαλιστικό προσανατολισμό και αντίθετη με την ιδέα ενός μοναδικού χαρισματικού ηγέτη.

Η γλώσσα που υιοθέτησε η οργάνωση ήταν τα γίντις, καθώς τα χρησιμοποιούσεη συντριπτική πλειονότητα του εβραϊκού πληθυσμού της Ρωσίας (το γεγονός ότι ο Μαξ γνώριζε ρωσικά τον κατέτασσεστις εβραϊκές ελίτ)· όμως η Μπουντ ήταν μια λαϊκή, μηεθνικιστική οργάνωση η οποία, ιδίως σε εποχές επαναστατικών εξεγέρσεων, προσέλκυε στους κόλπους της ρώσους, λιθουανούς και πολωνούς εργάτες που ζούσαν σε διάφορες περιοχές της τσαρικής αυτοκρατορίας. Το 1905, τα μέλη της Μπουντ –μια στατιστική που σήμερα προκαλεί μεγάλη έκπληξη– ξεπερνούσαν κατά πολύ σε αριθμό τα μέλη του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, που την εποχή εκείνη, υπό την ηγεσία του Λένιν, συμπεριλάμβανε επίσης τις φράξιες των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων.

Ο Μαζάουερ δείχνει ξεκάθαρα τη μεγάλη του συμπάθεια για τον εξαφανισμένο κόσμο της Μπουντ και χρησιμοποιεί μια πολύ εκφραστικήλέξη των γίντις, τη λέξη mishpokhedikayt που σημαίνει το αίσθημα της οικογένειας, για να υποδηλώσει το είδος του συναισθηματικού δεσμού που κατάφερνε να εμπνέει η οργάνωση στα ηγετικά στελέχη της. Ο Μαξ δεν είχε φανερή παρουσία ως ηγετικό στέλεχος, αλλά η δέσμευσή του στην Μπουντ ήταν αταλάντευτη. Ως μέλος του στενού εσωτερικού κύκλου της, πρέπει να είχε έρθει σε επαφή με τις περισσότερες από τις εξέχουσες προσωπικότητες της μαρξιστικής (όπως αυτοχαρακτηριζόταν τότε) Αριστεράς, μεταξύ των οποίων ο Λένιν· και είναι πολύ πιθανό να είχε συμμετάσχει στις συναντήσεις στις οποίες η Μπουντ αποφάσιζε να αποκοπεί από το ολοένα πιο δημαγωγικό κόμμα του Λένιν για να προστατεύσει την ιδέα της «πολιτιστικής αυτονομίας» και των ιδιαίτερων επιδιώξεών του.

Ο Μαξ επίσης έγραφε και εξέδιδε επαναστατικά φυλλάδια, και μετέφραζε στα γίντις λογοτεχνικά έργα. Στα τελευταία συγκαταλέγεται το “The Gadfly” [Η αλογόμυγα], ένα επαναστατικό μυθιστόρημα της αγγλοϊρλανδής μυθιστοριογράφου Έθελ Βόυνιτς, όπου ο βασικός ήρωας δείχνει να έχει βασιστεί στον Σίντνεϋ Ράιλλυ (ή ίσως και το αντίστροφο), έναν τυχοδιώκτη-κατάσκοπο γεννημένο στη Ρωσία. Το μυθιστόρημα γνώρισε μεγάλη επιτυχίαστη Σοβιετική Ένωση και την Κομμουνιστική Κίνα (για να μην μιλήσουμε για τα μυθιστορήματα του Ίαν Φλέμινγκ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον Ράιλλυ ως πρότυπο για τον Τζέημς Μποντ).

Λόγω της παράνομης δράσης του, ο Μαξ έζησε όλες εκείνες τις καταστάσεις που συναντάμε στα πολιτικά θρίλερ, τις οποίες ο Μαζάουερ παρακολουθεί με επιμονή ντετέκτιβ: μυστικά σημεία παράδοσης ανατρεπτικών συγγραμμάτων, αστυνομικές ανακρίσεις, λαθρεμπόριο όπλων, παράνομες διελεύσεις των συνόρων και εκτοπίσεις στη Σιβηρία τις οποίες ακολουθούσαν τολμηρές αποδράσεις. Ίσως η πιο σημαντική στιγμή της ζωής του Μαξ ήταν το 1905 –χρονιά της πρώτης, πολυαναμενόμενης ρωσικής επανάστασης– όταν τον έστειλαν στην πολωνική πόλη Λοτζ για να βοηθήσει στον συντονισμό των τοπικών δράσεων της Μπουντ.

Η αφήγηση του Μαζάουερ μας δίνει ένα μέτρο για το τι σήμαινε η πολιτική δράση σε εκείνη την παλιότερη εποχή. Το Λοτζ, γνωστό ως «το Μάντσεστερ της Πολωνίας» λόγω των πολυάριθμων κλωστοϋφαντουργικών εργοστασίων του, ήταν μια πόλη όπου συναντώνταν τρεις πολιτισμοί, καθώς το κατοικούσαν Πολωνοί, Εβραίοι και κάποιοι Γερμανοί. Οι σημερινοί επισκέπτες της πόλης μπορούν ακόμα να δουν ίχνη του βιομηχανικού του παρελθόντος στα εργοστάσια και τις εργατικές κατοικίες που διατηρούνται ως ιστορικά εκθέματα, καθώς και στις υπερπολυτελείςεπαύλεις των Γερμανών και Εβραίων βιομηχάνων, που παραμένουν άθικτες από τον χρόνο. Τα κτίσματα αυτά αποκαλύπτουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο τις απόλυτα απάνθρωπες συνθήκες εργασίας των αρχών του εικοστού αιώνα.

Το 1905, οι εργάτες του Λοτζ εξεγέρθηκαν, υπερβαίνοντας τις όποιες εθνοτικές και θρησκευτικές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσά τους, με αποτέλεσμα, όπως αναφέρει ο Μαζάουερ, να εκτυλιχθούν «οι πιο αξιοσημείωτες σκηνές εξέγερσης που γνώρισε η Ρωσία πριν από τις επαναστάσεις του 1917». Οι ρωσικές αρχές απάντησαν στέλνονταςδυνάμεις των Κοζάκων, οι οποίες συγκρούστηκαν με τους επαναστάτες οδηγώντας στον θάνατο δύο χιλιάδες ανθρώπους, ενώ έφτασαν στο σημείο να πυροβολήσουν ακόμα και εναντίον μια ομάδας παιδιών, σκοτώνοντας ένα από αυτά. Ο Μαξ αντέδρασε με μια σκληρή διακήρυξη, την οποία ο Μαζάουερ παραθέτει εκτενώς: «Η ασιατική απολυταρχία», έγραφε, αναφερόμενος στο τσαρικό καθεστώς με αυτή την καταδικαστική φράση,

αυτή τη φορά κατόρθωσε να καταστρέψει τον εχθρό του και μάλιστα με μεγάλη ευκολία. Είναι αλήθεια ότι ο εχθρός … ήταν απλώς μια ορδή μικρών παιδιών που έπαιζαν ξέγνοιαστα στο δρόμο, μέρα μεσημέρι του Σαββάτου … και τραγουδούσαν χαρούμενα επαναστατικά τραγούδια φωνάζοντας «Κάτω η Απολυταρχία!» Είναι απίστευτο, αλλά έτσι έχουν τα γεγονότα. Μικρά παιδιά πυροβολήθηκαν αναίτια, για τον μοναδικό λόγο ότι ζουν σε επαναστατικούς καιρούς.

Η επανάσταση, ωστόσο, απέτυχε και την ακολούθησε η άνοδος του δεξιού εξτρεμισμού, των πογκρόμ και των βίαιων αντιεβραϊκών συλλαλητηρίων. Το 1907, μετά από μία ακόμη εκτόπισή του στη Σιβηρία και φυσικά μία ακόμη απόδραση, ο Μαξ αποφάσισε να διακόψει την πολιτική δράση του και να κατευθυνθεί προς τη Δύση.

Ο Μπιλλ Μαζάουερ στη Μόσχα το 1974.

Ο Μπιλλ Μαζάουερ στη Μόσχα το 1974.

Μέσα από το πορτρέτο του Μαξ στην εποχή της Μπουντ, που σκιαγραφεί ο Μαζάουερ, αναδύεται ένας άνθρωπος με ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις, ένα παράδειγμα προς μίμηση στη σημερινή εποχή όπου «ο σκεπτικισμός απέναντι στις κοινωνικές ουτοπίες … έχει προκαλέσει υπερβολική απογοήτευση και έχει παροπλίσει πολλούς ανθρώπους, με αποτέλεσμα να μην επιθυμούν να αγωνιστούν πλέον παρά μόνο για την τελειοποίηση της ψυχής τους». Το επόμενο κεφάλαιο της ζωής του Μαξ είναι λίγο πιο δύσκολο να το αποκωδικοποιήσουμε: μετά την απόδρασή του, εντελώς απρόσμενα, του προσφέρθηκε μια θέση στην Εταιρεία Γραφομηχανών Υόστ με έδρα το Λονδίνο, με αντικείμενο να εισαγάγει την εταιρεία στη ρωσική αγορά. Ως αντιπρόσωπος της επιχείρησης βρέθηκε για άλλη μια φορά στη Ρωσία, όπου έζησε κατά διαστήματα έως την επανάσταση του 1917. Λίγο καιρό μετά το καθοριστικό αυτό γεγονός, που εδραίωσε τους μπολσεβίκους στην εξουσία, ακολούθησε ένα ακόμα κύμα καταστολής εναντίον των εβραίων με πολιτική δράση. Ο Μαξ συνελήφθη και για άλλη μια φορά αφέθηκε ελεύθερος, μάλλον με τη βοήθεια των παλιών συντρόφων του από την Μπουντ. Τόσο ρευστή ήταν η πολιτική κατάσταση στον επαναστατικό χώρο, ώστε ένας από αυτούς ήταν ο Φέλιξ Ντζερζίνσκι, επικεφαλής της τρομερής μυστικής αστυνομίας του Λένιν, της Τσεκά. Ριψοκινδυνεύοντας για μια ακόμη φορά, ο Μαξ διέσχισε τα σύνορα ταξιδεύοντας μαζί με «λαθρέμπορους και μαυραγορίτες» και κατάφερε να φτάσει αρχικά στο Παρίσι και στη συνέχεια στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του, το 1952.

Το δεύτερο μισό της ζωής του διέφερε εκπληκτικά από το πρώτο. Το ευρύχωρο, φιλόξενο Λονδίνο είχε παράδοση στο να προστατεύει τους ρώσους εμιγκρέδες και τους αντιφρονούντες που είχαν εγκαταλείψει τη χώρα για να ξεφύγουν από τις πολιτικές διώξεις (σκεφτείτε την τριλογία του Τομ Στόπαρντ TheCoastofUtopia[Η ακτή της Ουτοπίας], με μια σειρά από χαρακτήρες, αναρχικούς και πρώιμους επαναστάτες). Μπορούσαν σίγουρα να συμβούν πολύ χειρότερα πράγματα σε έναν πρόσφυγα που είχε ξεφύγει από τον Κόκκινο Τρόμο –δύσκολα μάλιστα θα μπορούσε να συμβεί κάτι καλύτερο σε έναν ρώσο εμιγκρέ– από το να εγκατασταθεί στις εξοχικές περιοχές του Χάιγκεητ και του Χάμπστεντ Χηθ. Τον Μαξ συνάντησε εκεί η σύζυγός του, Φρούμα, που είχε επίσης εγκαταλείψει τη χώρα για να ξεφύγει από τις ταραχές, με την οποία πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Ο τάφος του Καρλ Μαρξ ήταν εκεί κοντά· και οι μπουντιστές που έφταναν στο Λονδίνο, κάποιοι έχοντας φύγει από την Πολωνία, συναντώνταν συχνάστο σπίτι του Μαζάουερ, το οποίο περιέγραφαν ως «ένα ζεστό σπίτι σοσιαλιστών» παρά τον μονίμως αποτραβηγμένο και κλεισμένο στον εαυτό του Μαξ.

Το Λονδίνο ήταν ένα από τα μέρη όπου η Μπουντ –μεγάλος πρωταγωνιστής του χρονικού του Μαζάουερ– συνέχισε να ζει μια δεύτερη ζωή· οι περιγραφές του καινούριου περιβάλλοντός του ξεχειλίζουν θαυμασμό για τους προχωρημένους σε ηλικία συντρόφους και την «πίστη τους στην αλληλεγγύη», η οποία διήρκεσε ως το τέλος του εικοστού αιώνα, όπως την διαπίστωσε στην πράξη σε κάποιες μεταγενέστερες συναντήσεις και αναμνηστικές τελετές. Στη Ρωσία, όμως, αυτή η κάποτε σημαντική οργάνωση ήταν ουσιαστικά νεκρή και μετά τον Κόκκινο Τρόμο ένα νέο έγκλημα γνωστό ως «εξιδανίκευση της Μπουντ» –οι μπολσεβίκοι έδειχναν μεγάλη εφευρετικότητα στη φρασεολογία των ιδεολογικών αμαρτημάτων– μπορούσε να σημαίνει στην καλύτερη περίπτωση εξορία σε κάποιο Γκουλάγκ.

Αξίζει να σημειωθεί μια ακόμα πτυχή της ιστορίας της μοναδικής αυτής οργάνωσης: στην Πολωνία, η Μπουντ νομιμοποιήθηκε όταν η χώρα ανέκτησε την ανεξαρτησία της μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε μεγάλη επιρροή στην εβραϊκή πολιτική της περιόδου του μεσοπολέμου, ενώ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έπαιξε σοβαρό ρόλο στην αντίσταση κατά των Ναζί. Το 2009, στην κηδεία του Μάρεκ Έντελμαν, μέλους της Μπουντ και τελευταίου επιζώντος αγωνιστή του Γκέτο της Βαρσοβίας, παρέστησαν δύο χιλιάδες άτομα, μεταξύ των οποίων πολλοί πολωνοί αξιωματούχοι.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, ο πολωνός μπουντιστής και μέλος της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης, Σμουέλ Ζυγκιελμπόυμ, προσπάθησε να φέρει στον κόσμο ειδήσεις από την Πολωνία σχετικά με το Ολοκαύτωμα. Την τραγική ιστορία του Ζυγκιελμπόυμ αφηγείται ο Μαζάουερ σε ξεχωριστό κεφάλαιο: μετά την αποτυχημένη προσπάθειά του να πληροφορήσει τον κόσμο για την τύχη των Εβραίων αυτοκτόνησε, σε μια ύστατη προσπάθεια να επηρεάσει τις κυβερνήσεις έτσι ώστε να παρέμβουν στη θηριωδία. Κάτι που βέβαια δεν συνέβη. Ο Μαζάουερ θεωρεί ότι η φρίκη του Ολοκαυτώματος, όπου δολοφονήθηκε ένας από τους αδελφούς του Μαξ μαζί με την οικογένειά του, ήταν το τελικό χτύπημα μετά το οποίο ο Μαξ αποτραβήχτηκε σε ακόμη βαθύτερη σιωπή.

Ο Μαζάουερ αναζητά με εντυπωσιακό ζήλο τον άνθρωπο πίσω από τη σιωπή. Δεν αφήνει καμία σελίδα αρχείου που να μην ανοίξει, καμία λογοτεχνική παραπομπή που να μην αναφέρει, καμία προσωπική αναφορά που να μην εξετάσει. Η περίοδος κατά την οποία ο Μαξ εργάστηκε στην εταιρεία Υόστ αντιστοιχεί σχεδόν σε μια σύντομη ιστορία της γραφομηχανής· οι επιχειρηματικές σχέσεις του Μαξ με τη Ρωσία, που συνεχίστηκαν μετά την επανάσταση, οδήγησαν τον Μαζάουερ στο να ερευνήσει την υπόθεση ότι ο Μαξ θα μπορούσε να είναι κατάσκοπος και να μας αφηγηθεί μια ιστορία για τον Μαξίμ Λιτβίνοφ, σοβιετικό επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων, τον οποίο βλέπει ως το alter ego του Μαξ από την πλευρά των μπολσεβίκων. Ο Μαζάουερ περιγράφει επίσης μια δική του, πολύ μεταγενέστερη, συνάντηση με μια μεγάλη σε ηλικία γυναίκα, τη Βέρα Μπρόιντο, την οποία περιγράφει ως το κορίτσι εκείνο που αγαπούσε τα βιβλία και συνόδευσε τον Μαξ στην τελευταία του απόδραση, και που αργότερα έγινε η πολυφωτογραφημένη μούσα του ντανταϊστή Ραούλ Χάουσμαν στη Βαϊμάρη.

Πολλά από αυτά έχουν μεγάλο ενδιαφέρον από μόνα τους, όμως είναι δύσκολο να συνθέσει κανείς μια εικόνα μέσα από παρενθετικές ιστορίες, εμβόλιμους χαρακτήρες και συνειρμικές συσχετίσεις, και ο Μαξ παραμένει μια φιγούρα που ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια μας. Στην αφήγηση του Μαζάουερ η ιστορία μπλέκεται με τη μνήμη, μέσα από διάσπαρτες εικόνες που αποπνέουν μια απόκοσμη αίσθηση απομάκρυνσης, ένα είδος απουσίας και, παρά τις εξαντλητικές λεπτομέρειες της αφήγησής του, ο Μαζάουερ δεν διεισδύει στον εσωτερικό κόσμο του παππού του.

Τα επόμενα κεφάλαια, που παρακολουθούν τη ζωή των συγγενών και των απογόνων του Μαξ, είναι λιγότερο σύνθετα από αφηγηματικής πλευράς και σκιαγραφούν ένα πολύ πιο κοντινό πορτρέτο του κάθε χαρακτήρα. Η έρευνα σε κάθε κεφάλαιο εξακολουθεί να είναι εκπληκτική, ενώ ο όγκος των πληροφοριών και τα ονόματα γνωστών και λιγότερο γνωστών προσωπικοτήτων –από τον Χάρολντ Λάσκι μέχρι τον Βαρόνο Χιρς και από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν έως την Έμμα Γκόλντμαν– μπορεί κάποιες φορές να αποσπάσουν την προσοχή ή να δώσουν την αίσθηση ότι είναι περιττά. Όμως για να μελετήσει τη ζωή και τη μοίρα των ρώσων μεταναστών, ο Μαζάουερ μιλά με ανθρώπους που αποτελούν σήμερα τη ζωντανή μνήμη, και του προσφέρουν πολλές συγκινητικές στιγμές από τις μακροχρόνιες επιπτώσεις του εκπατρισμού τους και τους διαφορετικούς τρόπους προσαρμογής τους σε αυτή την όχι πάντα δυστυχή κατάσταση.

Ο παππούς του Μαρκ Μαζάουερ, Μαξ (αριστερά), με ένα φίλο στο Σαράτοφ της Ρωσίας, 1912.

Ο παππούς του Μαρκ Μαζάουερ, Μαξ (αριστερά), με ένα φίλο στο Σαράτοφ της Ρωσίας, 1912.

Το πορτρέτο της συζύγου του Μαξ, Φρούμα, είναι από τα πιο τρυφερά στο οικογενειακό άλμπουμ του Μαζάουερ. Ζωντανεύει μέσα από τις αναμνήσεις του Μαξ και τις αναμνήσεις του γεννημένου στην Αγγλία γιου της, τον οποίο υπεραγαπούσε, αλλά και απόστοιχεία που συλλέχθηκαν από την αλληλογραφία της. Όσο κλειστός και σιωπηλός ήταν ο Μαξ, άλλο τόσο ανοιχτή και επικοινωνιακή ήταν εκείνη – «ο πιο πράος και στοργικός άνθρωπος που συναντήσαμε στις περιπλανήσεις μας», κατά την περιγραφή ενός παλιού φίλου και μέλους της Μπουντ. Στη νέα «κηπούπολη» του Χάιγκεητ, έφτιαξε για την οικογένειά της μια ζεστή οικογενειακή ατμόσφαιρα, δουλεύοντας κατά διαστήματα για να προσθέτει στο οικογενειακό εισόδημα. Για εκείνη, τα προσωπικά ζητήματα ήταν το λιγότερο εξίσου σημαντικά με το πολιτικά· την κατέτρυχε ιδιαίτερη ανησυχία για τα μέλη της οικογένειας που είχαν φύγει πολύ μακριά, κι έγραφε πλήθος επιστολών στις αδελφές της στο Παρίσι και στους συγγενείς στη Σοβιετική Ένωση – οι τελευταίες συχνά σε ένα είδος προσωπικού κώδικα για να μη διακινδυνεύει την ασφάλειά τους.

Μπορούσε πολύ καλά να καταλάβει τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν, κρίνοντας από τη δική της ζωή, στην οποία βίωσε πολλές επικίνδυνες καταστάσεις και ανατροπές: γάμο σε νεαρή ηλικία με έναν γοητευτικό αλλά ανεύθυνο χαρτοπαίκτη και πολιτικό οπορτουνιστή που την έθεσε σε κίνδυνο· ένα ταραχώδες ταξίδι από τη Μόσχα στην Κριμαία με την τρίχρονη κόρη της (που θυμίζει τη πτήση του Ναμπόκοφ στο Μίλησε, μνήμη)· και ένα εκπληκτικό επεισόδιο όπου όλοι οι συνεργάτες της δολοφονήθηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο, από αντιμπολσεβίκους του Λευκού Στρατού, από τους οποίους γλίτωσε επειδή έτυχε να λείπει.

Παρ’ όλα αυτά, τον πρώτο καιρό ένιωθε νοσταλγία για τη Ρωσία και τη ρωσική γλώσσα (το μεγάλο αντικείμενο της αγάπης του Ναμπόκοφ). Όμως στη διάρκεια του βίου της έζησε μία ακόμα στροφή στον τροχό της ιστορίας, που της επέτρεψε, στον απόηχο της εποχής του Χρουστσόφ, να επισκεφθεί τους συγγενείς στη Σοβιετική Ένωση. Η επανένωση πρέπει να ήταν γλυκόπικρη, γνωρίζοντας πόσες ζωές χάθηκαν από τις βιαιότητες του πολέμου, από την πολιτική καταπίεση, ακόμα κι από την οικογενειακή προδοσία· η επίσκεψη αυτή εξαφάνισε κάθε ίχνος νοσταλγίας που μπορεί να της είχε απομείνει, και δυνάμωσε την προσκόλλησή της στην Αγγλία μαζί με ένα αίσθημα συμφιλίωσης και αποδοχής. Τα επόμενα χρόνια της ήταν ήρεμα, γεμάτα οικογενειακή τρυφερότητα. «Όσο για την αγάπη με την οποία με περιβάλλουν», έγραφε με μεγάλη ευαισθησία, «ώρες ώρες αισθάνομαι ότι έχω περισσότερη απ’ όσο χρειάζεται».

Κοιτάζοντας πίσω στη ζωή των παππούδων του, ο Μαζάουερ μιλά για τις απώλειες και τις «αθέατες ψυχικές διεργασίες» που ακολουθούν τη μετανάστευση. Σημειώνει όμως επίσης ότι ο Μαξ και η Φρούμα δεν ταίριαζαν σε καμία από τις κατηγορίες όπου εντάσσουμε σήμερα τους μετανάστες. Η αισθητική τους και οι ευαισθησίες τους είχαν επηρεαστεί από την κουλτούρα της «ρωσικής ιντελιγκέντσιας», και αυτής που θα μπορούσαμε ίσως να αποκαλέσουμε διεθνή αριστερή αριστοκρατία. Κινούνταν εύκολα στους καλλιεργημένους, κοσμοπολίτικους κύκλους του Λονδίνου, και αυτό τους επέτρεπε να συναναστρέφονται πολύ διαφορετικούς ανθρώπους, από ρώσους εκπατρισμένους –μεταξύ των οποίων ενδεχομένως κάποιοι μπολσεβίκοι που δεν είχαν καταφέρει να μην υποκύψουν στη γοητεία του Χάμπστεντ– έως εξέχουσες προσωπικότητες της Βρετανίας. Δεν τόνιζαν την εβραϊκή καταγωγή τους, ούτε όμως προσπαθούσαν να την συγκαλύψουν. Ζούσαν βέβαια σε μια εποχή όπου η «ταυτότητα» δεν ήταν κλεισμένη σε ένα στενό φυλετικό κουτί και μέσα στις δυσκολίες της ζωής τους οι ανησυχίες για το «ποιοι ήταν» δεν έδειχναν να είναι σημαντικές. Η Πολωνή ποιήτρια Βισλάβα Σιμπόρσκα έχει πει: «Γνωρίζουμε τον εαυτό μας μόνο στο μέτρο που έχουμε περάσει δοκιμασίες». Ο Μαξ και η Φρούμα πέρασαν και οι δύο πολλές δοκιμασίες, και η ευελιξία της προσαρμογής τους σε ένα νέο περιβάλλον δείχνει μια εσωτερική σταθερότητα που καλλιεργήθηκε σε πολύ δυσχερείς συνθήκες.

Οι ιστορίες των παιδιών τους από προηγούμενες σχέσεις, τα οποία ζούσαν μαζί τους από μικρή ηλικία, φανερώνουν ζωές συναισθηματικά ταραγμένες. Ο Αντρέ, το «μαύρο πρόβατο» της οικογένειας, δεν είναι σίγουρο αν ήταν νόμιμος γιος του Μαξ, και η απόρριψη της πατρότητας του Μαξ εκφράστηκε με μια σκληρή ιδεολογική αντιπαράθεση. Προσηλυτίστηκε στον καθολικισμό και αφού σπούδασε στο Κολέγιο Κόρπους Κρίστι της Οξφόρδης, όπου κατάφερε να τραβήξει την προσοχή του Τ. Σ. Έλιοτ, μετακόμισε στην Ισπανία του Φράνκο και άρχισε να δημοσιεύει κείμενα σε αντισημιτικά περιοδικά και φυλλάδια. Αυτή η διαμετρικά αντίθετη πορεία από γενιά σε γενιά δείχνει και πάλι ανησυχητικά οικεία· όμως ο Μαζάουερ καταφέρνει να διακρίνει στην ιστορία του Αντρέ όχι μόνο τα δυσάρεστα συναισθήματα που τον οδήγησαν σε μια αντιδραστική ιδεολογία, αλλά και τη θλίψη της αναζήτησης της μητέρας του σε όλη του τη ζωή, μιας μητέρας που πρέπει να συνάντησε μόνο μία ή δύο φορές μετά τα τρία του χρόνια.

Η μητέρα, στην οποία αναφέρεται ο Μαζάουερ ως το «πιο καλά κρυμμένο» μυστικό του Μαξ, ήταν η Σοφία Κρυλένκο, αδελφή του Νικολάι Κρυλένκο, λαϊκού κομισάριου Δικαιοσύνης στη Σοβιετική Ένωση, και φλογερή επαναστάτρια του πιο ακραίου είδους, στην οποία τα ιδεολογικά και ψυχολογικά άκρα συναντώνταν σε ένα είδος διπλής τρέλας. Πρέπει να γνωρίστηκε με τον Μαξ στο Παρίσι, πριν εκείνος φύγει για το Λονδίνο. Μετά την επιστροφή της όμως στη Σοβιετική Ένωση και την εμπλοκή της σε απερίσκεπτες και ανατρεπτικές δράσεις που κάποια στιγμή σχεδόν οδήγησαν στον θάνατο την αδερφή της –το κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο σε εκείνη είναι γεμάτο με απροσδόκητα πολιτικά σχίσματα και συμμαχίες–, διαγνώστηκε ως σχιζοφρενής και πέρασε τα τελευταία της χρόνια σε ένα από τα πιο εφιαλτικά ψυχιατρικά ιδρύματα.

Η κόρη της Φρούμα, Ίρα, ακολούθησε διαφορετική πορεία από τον Αντρέ. Αφού εγκατέλειψε τη Ρωσία με τη μητέρα της σε ηλικία έξι ετών, έχοντας ήδη βιώσει ένα μέρος της φρίκης της, αποφάσισε ότι ήθελε όλα τα αγαθά που είχε να προσφέρει η «καπιταλιστική Δύση» –λάμψη, κομψότητα, έναν καλό γάμο και ακριβά αυτοκίνητα– και βρήκε τρόπο να αποκτήσει κάποια από αυτά. Η Ίρα έγινε συγγραφέας γλυκερών αισθηματικών μυθιστορημάτων που εκτυλίσσονταν στην τσαρική Ρωσία, και η αγάπη της για την υψηλή ραπτική την οδήγησε σε θέσεις μεγάλου κύρους, σε περιοδικά όπως το Woman’s Own. Όμως στον εκλεπτυσμένο κοινωνικό κύκλο των γονιών της αυτή η χαμηλού επιπέδου επιτυχία αντιμετωπιζόταν με περιφρόνηση. Για τον σύγχρονο αναγνώστη, η εικόνα που αναδύεται είναι διαφορετική: μια γυναίκα εύστροφη, με ζωντανή προσωπικότητα. Τα αποσπάσματα των κειμένων της, που παρατίθενται στο Όσα δεν είπες, φανερώνουν την οξυδέρκεια και τη ρεαλιστική σκέψη της, και ο Μαζάουερ αναγκάζεται, όπως στην περίπτωση του Αντρέ, να επανεκτιμήσει τον χαρακτήρα της Ίρα, ειδικά μετά την αυτοκτονία της.

Τα εκτενή κεφάλαια που ο Μαζάουερ αφιερώνει στον πατέρα του είναι εντέλει αυτά που μας οδηγούν στον προορισμό που υπόσχεται ο υπότιτλος του βιβλίου, «ταξίδι προς την πατρίδα». Ο Ουίλλιαμ ή Μπιλλ ήταν το πρώτο μέλος της οικογένειας Μαζάουερ που γεννήθηκε στο Λονδίνο. Αντίθετα με τους προγόνους του, έζησε μια ζωή με αδιατάρακτη συνέχεια –περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της στην περιοχή όπου είχαν εγκατασταθεί οι γονείς του– συνδύαζε με μεγάλη ευκολία δύο κουλτούρες ενώ είχε υιοθετήσει αβίαστα όλα τα χαρακτηριστικά ενός βρετανού. Μιλούσε καλά ρωσικά και επισκεπτόταν συχνά τις αδελφές της Φρούμα στο Παρίσι, παίρνοντας αργότερα μαζί του τον γιο του –τον μελλοντικό ιστορικό–, σε αυτή τη δεύτερη οικογενειακή εστία. Ο Μπιλλ, έχοντας αποκτήσει μέσα από την επιρροή των συγγενών του ένα έντονο ενδιαφέρον για τη Ρωσία, συνέχισε την οικογενειακή παράδοση της πολιτικής δράσης με τη συμμετοχή του στο Εργατικό Κόμμα (η μεταπολεμική ενσάρκωση του οποίου εκπλήρωνε με έναν αναπάντεχο τρόπο τις προσδοκίες των μπουντιστών, όπως σημειώνει ο Μαζάουερ).

Όμως για τον γιο τού Μαξ, που μεγάλωνε στο εύκρατο κλίμα της μεσοπολεμικής Αγγλίας, η ιδεολογία ως πηγή ταυτότητας αντικαταστάθηκε από κάτι πολύ αγγλικό – την αίσθηση της ιδιαίτερης ταυτότητας του τόπου. Ένιωθε περήφανος που γνώριζε τη γειτονιά του και κάθεσημείο της γεωγραφίας της, ενώ αγαπούσε επίσης τους κήπους και τους περιπάτους στην ύπαιθρο με φίλους και έβρισκε μεγάλο ενδιαφέρον σε κάποιες περιοχές της αγγλικής εξοχής, στις οποίες ήθελε να επιστρέφει ξανά και ξανά.

Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο Μαζάουερ γράφει ότι αφορμή για τα απομνημονεύματά του ήταν μια «διπλή απώλεια – ο θάνατος του Μπαμπά και η απώλεια του Λονδίνου στο οποίο μεγάλωσα». Τα τελευταία κομμάτια του βιβλίου, εκεί όπου μοιράζεται μαζί μας τις νοσταλγικές αναμνήσεις από τα κοινά μέρη όπου είχαν ζήσει με τον πατέρα του και την πολύ στενή, γαλήνια σχέση τους, είναι και το πιο προσωπικό. Ως βιογράφος, παραμένει ωστόσο ψύχραιμος και συγκρατημένος και παραδέχεται ότι στις συνομιλίες του με τον Μπιλλ «απέφευγα … να σκαλίσω τα πράγματα σε βάθος, ίσως επειδή θαυμάζω και σέβομαι, μάλλον περισσότερο απ’ όσο πρέπει, το ήθος που κρυβόταν πίσω από τη συστολή του». Με αυτή την πολύ αγγλική αίσθηση των ορίων, χωρίς να παραβιάζει την ιδιωτικότητά του, ο Μαζάουερ προσπαθεί να συνθέσει με τη φαντασία του την εσωτερική και εξωτερική ζωή του πατέρα του ακολουθώντας τα βήματά του με κάθε λεπτομέρεια: η απομάκρυνσή του σε εφηβική ηλικία από το Λονδίνο της εποχής του πολέμου, μια ξέγνοιαστη χρονιά στο Κολέγιο Μπέηλλιολ της Οξφόρδης, η διακοπή των σπουδών του για να υπηρετήσει στον πόλεμο –παρόλο που δεν πέρασε από το πεδίο της μάχης και μια σύντομη θητεία ως αξιωματικός στο Αμβούργο, όπου έβλεπε με μεγάλη αναστάτωση τη ροπή των συναδέλφων του στο ποτό και την πολυτέλεια, και την άρνηση των Γερμανών για όσα είχαν συμβεί.

Τελικά –μετά την επιστροφή του στην Οξφόρδη, όπου δεν ένιωθε μεγάλο ενδιαφέρον για τις σπουδές του στην πολιτική, τη φιλοσοφία και την οικονομία– ο Μπιλλ επέλεξε να ακολουθήσει τις πρακτικότερες κλίσεις του. Μετά το σοκ που του προκάλεσε ο θάνατος του πατέρα του, επέλεξε τη σταθερότητα μιας θέσης στην τεχνική εταιρεία Λήβερ Μπράδερς, στην οποία παρέμεινε για το υπόλοιπο της ζωής του. Παντρεύτηκε και απέκτησε τέσσερις γιους, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται το πολυτιμότερο για αυτόν ήταν η μοναξιά του κήπου του και η πρακτική ενασχόλησή του με την κατασκευή και επισκευή ραδιοφώνων και άλλων αντικειμένων στην πολύ καλοφτιαγμένη και φροντισμένη καλύβα του κήπου του.

Σε αρκετά σημεία στα απομνημονεύματά του, ο Μαζάουερ βρίσκει το θάρρος να κρατήσει απόσταση από την έννοια του τραύματος, στο οποίο εύκολα καταφεύγουμε όταν μιλάμε για τον χαρακτήρα ενός ατόμου και ιδίως για τη βαριά κληρονομιά μιας ταραχώδους ιστορίας. «Πώς θα ήταν άραγε», ρωτάει στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, «αν αφηγούμασταν την ιστορία μιας ζωής η οποία αποτυπώνει το ξετύλιγμα ενός διαφορετικού, πολύ παλαιότερου θέματος: της επιδίωξης της ευτυχίας και της ευημερίας;» Το πορτρέτο του πατέρα του, που μας παρουσιάζει με απεριόριστη αγάπη και σεβασμό, εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την επίτευξη μιας τέτοιας γεμάτης ζωής και τις χαρές μιας ήρεμης, χωρίς υπερβολές καθημερινότητας.

Αυτή αποτελεί μια υπέροχη σκέψη για το κλείσιμο του βιβλίου – μια εικόνα που θα μπορούσε να είναι η ευτυχισμένη κατάληξη ενός μακρινού και επικίνδυνου ταξιδιού. Όμως η Ιστορία διαφέρει από τις προσωπικές ιστορίες, και η ζωή των ανθρώπων δεν είναι απλώς ένα μάθημα. Η νοσταλγία του Μαζάουερ για το φιλικό και ευγενικό Λονδίνο της νεανικής του ηλικίας επικαλύπτεται από τη στενοχώρια για τις ανισότητες μιας νέας εποχής, όπου οι ρώσοι μετανάστες είναι πολύ πιο πιθανό να είναι πάμπλουτοι ολιγάρχες, που αγοράζουν επαύλεις αξίας πολλών εκατομμυρίων στερλινών στις πλαγιές του καταπράσινου, όμορφου λόφου του Χάιγκεητ, απ’ ό,τι μορφωμένα μέλη της ιντελιγκέντσιας. Καθώς βλέπουμε να αναδύονται οι νέες ανασφάλειες της δικής μας εποχής, το καλύτερο ίσως συμπέρασμα που βγαίνει από το χρονικό του Μαζάουερ, για τις ζωές που καταστράφηκαν ή χάθηκαν από τις βίαιες ακρότητες του εικοστού αιώνα, είναι ότι πρέπει να προσπαθήσουμε, στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, να διατηρήσουμε το είδος εκείνο της ευγένειας που αντιπροσώπευε ο πατέρας του, και όποιες άλλες τέτοιες μετριοπαθείς αρετές εξακολουθούν να υπάρχουν στις φιλελεύθερες δημοκρατίες μας.

— Μετάφραση: ΑναστασίαΜωράκη

 

© EVA HOFFMAN 2018