Απειλή για τη δικαιοσύνη η καθυστέρηση στην απονομή της

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email
Σερ Σίντνεϊ Νόλαν, Η δίκη (λεπτομέρεια), 1947, βερνικόχρωμα σε ξύλο, 121,2 x 90,7 cm, Εθνική Πινακοθήκη Αυστραλίας.

Σερ Σίντνεϊ Νόλαν, Η δίκη (λεπτομέρεια), 1947, βερνικόχρωμα σε ξύλο, 121,2 x 90,7 cm, Εθνική Πινακοθήκη Αυστραλίας.

Από τον ΙΩΑΝΝΗ ΤΕΝΤΕ

Η ARB στημέχρι τώρα πορεία της έχει δείξει έμπρακτα το ενδιαφέρον της για τα θέματα της δικαιοσύνης. Η έννοια δικαιοσύνη συνήθως χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του «μηχανισμού των δικαστηρίων», ενώ, όπως έχουμε επισημάνει, δεν είναι. Δυστυχώς τα ζητήματα της λειτουργίας των δικαστηρίων στη χώρα μας ακολούθησαν ανατολικούς και συχνά ανατολίτικους, μακρόσυρτους ρυθμούς. Οι πρώτες συνελεύσεις των επαναστατημένων Ελλήνων προέβλεπαν ως νομοθεσία τού υπό σύσταση κράτους «τούς Νόμους τῶν ἀειμνήστων χριστιανῶν ἡμῶν (Βυζαντινῶν) αὐτοκρατόρων»… Παρότι κατά τη θέσμιση του νεοελληνικού κράτους υπήρξαν σημαντικές μορφές, εντούτοις ο χρόνος της ελληνικής δικαιοσύνης παρέμεινε ασάλευτος. Παρ’ όλο λοιπόν που οι νομομαθείς του νέου κράτους υπήρξαν στην πλειοψηφία τους δυτικότροποι και ευρωπαϊστές, τα δικαστήριά του παραδόξως ανατόλιζαν ανυπόφορα. Με ιδιαίτερη ικανοποίηση δημοσιεύουμε το άρθρο του κ. Ιωάννη Τέντε, εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επί τιμή, ο οποίος όμως έχει θητεύσει πέραν της ισταμένης και στην καθήμενη δικαιοσύνη. Μικρό δείγμα της συσσωρευμένης πείρας του αποτελεί το δημοσιευόμενο άρθρο. Οι προτάσεις του –προς τις πλείστες των οποίων δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς– ψηλαφούν την σημερινή πραγματικότητα του φαινομένου «ελληνική δικαιοσύνη». Δυστυχώς στον τομέα αυτόν η χώρα μας κατέχει διόλου τιμητικά ρεκόρ. Αρκεί να αναφερθούν οι πάνω από 400 καταδίκες της από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και όντως, όπως επισημαίνεται και στο άρθρο, το μητρώο της χώρας στον τομέα αυτόν είναι ιδιαίτερα βεβαρημένο. Για να το πούμε ωμά, μάλλον απέχουμε παρασάγγας από τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό.

Στο θέμα θα επανερχόμαστε συνεχώς και με κάθε ευκαιρία, έτσι που και οι τελευταίοι των υπευθύνων να αντιληφθούν ότι το πράγμα «δεν πάει άλλο». Αν «ἐν δὲ δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσ’ ἀρετή ἐστιν» (Θέογνις 147, Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 1129 b.29), η έλλειψη δικαιοσύνης, η έλλειψη αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, εκκολάπτει καταστάσεις που όλοι βιώνουμε τραγικά και γύρω μας. (Το κείμενο του κ. Τέντε είναι επεξεργασμένη ομιλία του στην εκδήλωση με θέμα «Η Δικαιοσύνη σε κίνδυνο. Ποιοι την απειλούν;» που οργάνωσε το Ποτάμι στις 14 Οκτωβρίου 2016).

Ι.

Ερευνώντας το πρόβλημα

Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί ένα διαχρονικό πρόβλημα, που απασχολεί τους δικαστικούς λειτουργούς, τη νομική κοινότητα, την κοινωνία ολόκληρη· και φυσικά την πολιτεία και τους πολιτικούς. Η ενδημία του φαινομένου αποδεικνύεται από ένα απλό ξεφύλλισμα κειμένων (άρθρων, τοποθετήσεων κ.λπ.) που έχουν γραφεί από διάφορες προσωπικότητες με θέμα τη δικαιοσύνη στη χώρα μας, από τα τέλη του προπερασμένου αιώνα μέχρι τις μέρες μας.

Οι αρνητικές συνέπειες της καθυστέρησης; Είναι πολλές:
‒ Κλονίζεται η πίστη της κοινωνίας στη δικαιοσύνη.
‒ Υπονομεύεται το κύρος των λειτουργών της.
‒ Φθείρονται οι υπόλοιποι θεσμοί της πολιτείας (π.χ. Βουλή, Κυβέρνηση, πολιτικά κόμματα), στο μέτρο που θεωρούνται υπεύθυνοι.
‒ Εκτίθεται η χώρα μας διεθνώς, αφού, όπως είναι γνωστό, η καθυστέρηση αυτή επισύρει συνεχείς καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ήδη έχουν σωρευτεί πάνω από 400 καταδίκες, που βαρύνουν αφόρητα το «ποινικό μητρώο» της χώρας μας.

Τα τελευταία χρόνια αναδεικνύονται οι οικονομικές διαστάσεις του θέματος. Η συντριπτική οικονομική κρίση την οποία βιώνουμε δεν αντιμετωπίζεται χωρίς επενδύσεις και ανάπτυξη. Ανάπτυξη όμως χωρίς ένα σύγχρονο, αξιόπιστο και αποτελεσματικό δικαστικό σύστημα δεν νοείται. Και η καθυστέρηση θεωρείται ως η σοβαρότερη μορφή αναποτελεσματικότητας και η κυριότερη δυσλειτουργία του συστήματος.

Από εκπροσώπους της λεγόμενης σχολής της οικονομικής ανάλυσης του δικαίου υποστηρίζεται ότι δεν έχει πάντοτε τη μεγαλύτερη σημασία η ποιότητα, όσο η «ταχύτητα» και η «προβλεψιμότητα». Η αλήθεια είναι ότι τόσο η ταχύτητα όσο και η προβλεψιμότητα αποτελούν στοιχεία αναπόσπαστα της ποιότητας της δικαιοσύνης. Η πρόκληση είναι να εξασφαλιστούν τα δύο τελευταία αυτά στοιχεία, χωρίς να διακινδυνεύσουν άλλα ποιοτικά στοιχεία, επίσης σημαντικά. Αυτό όμως που δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς είναι ότι η δικαιοσύνη με την, πέραν του ανεκτού μέτρου, καθυστέρηση της απονομής της αυτοαναιρείται. Δικαίως λέγεται ότι η υπερβολική καθυστέρηση ισοδυναμεί με αρνησιδικία (justice delayed is justice denied).

Ποια είναι τα αίτια της κακοδαιμονίας; Μπορούμε να τα διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες: εξωτερικά και εσωτερικά.

1. Εξωτερικά:
α) Η αλόγιστη προσφυγή στη δικαιοσύνη. Αυτό που αποκαλούμε δικομανία.
β) Η πολυνομία και η κακονομία, η οποία γεννά διαφορές και αμφισβητήσεις και δυσκολεύει το έργο του δικαστή.
γ) Η έντονη διεύρυνση της δικαστικής αποστολής: Οι εξελισσόμενες δικαιοκρατικές αντιλήψεις και το επιτεινόμενο κοινωνικό και πολιτικό αίτημα να τεθούν υπό τις εγγυήσεις της δικαστικής κρίσης νέα πεδία κρατικών δραστηριοτήτων ή συναλλαγών διευρύνουν τα καθήκοντα του δικαστή (προστασία καταναλωτών, περιβάλλον, χρηματιστηριακές συναλλαγές, υπερχρεωμένα νοικοκυριά).
δ) Ο πολλαπλασιασμός των κανονιστικών επιπέδων στα οποία κινείται πλέον ο δικαστής (εσωτερική, διεθνής, ενωσιακή έννομη τάξη).
ε) Ο δικηγορικός υδροκέφαλος, για να χαρακτηρίσω έτσι τον πληθωρισμό των δικηγόρων.
στ) Η έλλειψη υποδομών.
ζ) Η ευθυνοφοβία των κρατικών λειτουργών, που συμβάλλει ώστε το Δημόσιο να γίνεται ο πιο κακόπιστος διάδικος.

2. Εσωτερικά:
Στην κατηγορία αυτή καταγράφονται:
α) Η έλλειψη σύγχρονου τρόπου διεύθυνσης: διαχείρισης (management) των μεγάλων ιδίως δικαστικών υπηρεσιών.
β) Η εμμονή των δικαστών και των εισαγγελέων σε υπερβολικά εκτενείς αιτιολογίες.
γ) Και βέβαια δεν θα το αρνηθώ, η οκνηρία ορισμένων δικαστικών λειτουργών, ή, έστω, η έλλειψη ικανότητάς τους να οργανώσουν τον χρόνο τους και να εργασθούν μεθοδικά.

Δεν υπάρχει χρόνος για συγκριτική ανάλυση των αιτίων. Γι’ αυτό θα περιορισθώ στη διαπίστωση ότι εκείνοι που φέρουν τις βαρύτερες ευθύνες δεν είναι οι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι, στη μεγάλη πλειοψηφία τους, υπό το βαρύ φορτίο των χρόνιων προβλημάτων της ελληνικής δικαιοσύνης και με ένα παρελθόν που βαραίνει επάνω τους συνθλιπτικά, προσπαθούν, σχεδόν αβοήθητοι, να συγχρονιστούν με τις ιλιγγιώδεις ταχύτητες της σύγχρονης εποχής.

Ποια είναι η συγκριτική εικόνα της χώρας μας διεθνώς;
‒ Αναδεικνύεται πρωταθλήτρια στην καθυστέρηση: Στις 1580 ημέρες υπολογίζεται κατά μέσον όρο η διάρκεια μιας δίκης.
‒ Βρίσκεται ανάμεσα στους ουραγούς των χωρών του πλανήτη στο θέμα της ταχύτητας στην απονομή της δικαιοσύνης, αφού καταλαμβάνει την 155η θέση…

Ίσως η κατάσταση είναι ακόμη ζοφερότερη, τη στιγμή αυτή που μιλάμε, στην αρχή ενός δικαστικού έτους που ξεκινά έχοντας πίσω του μια πολύμηνη παράλυση της δικαστικής λειτουργίας, ως αποτέλεσμα μια μακρότατης δικηγορικής αποχής.

 

ΙΙ.

Αναζητώντας λύσεις

Ποια είναι η συνήθης αντίδραση της πολιτείας στο πρόβλημα; Την ξέρουμε όλοι. Προσπαθεί να ελέγξει τα πράγματα με τη σύσταση επιτροπών ή ομάδων εργασίας με την εντολή της, συνήθως αποσπασματικής, αναμόρφωσης των δικονομικών κανόνων και με σκοπό την επιτάχυνση των δικών, εντός του πολιτειακού συστήματος. Συντέμνονται προθεσμίες, απαγορεύονται αναβολές, επιτάσσεται να εκδίδονται οι αποφάσεις σε συντομότερους χρόνους… Καμιά φορά τολμά και βαθύτερες τομές, εντός όμως της κρατούσας δικονομικής λογικής.

Δεν θέλω να απαξιώσω, αντιθέτως εκτιμώ πολύ τις προσπάθειες αυτές. Δυστυχώς όμως τα αποτελέσματά τους μένουν πολύ πίσω από τις προσδοκίες. Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί ριζική αναδιάταξη του δικαστικού μας συστήματος. Μία θεώρηση των πραγμάτων από άλλη σκοπιά, καθώς και ‒το κυριότερο‒ αλλαγή στόχων.

Κύριος στόχος πρέπει να είναι α) στην μεν πολιτική δίκη η εκτροπή ενός μεγάλου (το τονίζω) μέρους του όγκου των ιδιωτικών διαφορών εκτός του πολιτειακού δικαστικού συστήματος, β) στις δε ποινικές διαδικασίες η διευθέτηση των υποθέσεων σε πρώιμα στάδια, ώστε ένας σημαντικός αριθμός των ποινικών υποθέσεων να μη φθάνει στο ακροατήριο.

Θα γίνω πιο συγκεκριμένος, με την συνοπτική παράθεση κάποιων σκέψεων, ενδεικτικών θα έλεγα, που δεν διεκδικούν πληρότητα:

1. Πολιτική δίκη
Στην πολιτική δίκη η μεγαλύτερη ελπίδα για αποσυμφόρηση των πολιτειακών δικαστηρίων από τον απίστευτα μεγάλο όγκο των υποθέσεων που οδηγούνται σε αυτά εναποτίθεται στους λεγόμενους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών. Οι σύγχρονες έννομες τάξεις οφείλουν να προσφέρουν στους πολίτες τους περισσότερους από έναν τρόπους επίλυσης των διαφορών τους, οι οποίοι (τρόποι) συνδέονται με διαφορετικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα καθένας.

Οι εναλλακτικοί αυτοί τρόποι είναι κυρίως οι εξής δύο: α) η διαμεσολάβηση και β) η διαιτησία.

Η διαμεσολάβηση γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στις χώρες του κοινοδικαίου (αγγλοσαξονικού δικαίου), αλλά κερδίζει ραγδαία έδαφος και στις ηπειρωτικές χώρες της Ευρώπης. Είναι η διαδικασία κατά την οποία τα μέρη, με τη βοήθεια ενός ανεξάρτητου (ουδέτερου) τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, οριοθετούν τις διαφορές τους, ερευνούν τις εναλλακτικές λύσεις για την επιλογή τους και προσπαθούν να φθάσουν σε μια συμφωνία που ικανοποιεί τα συμφέροντα και των δύο (ή όλων) των μερών. Η συμφωνία δε που τυχόν θα καταλήξουν είναι εκτελεστή.

Βέβαια δεν είναι όλες οι ιδιωτικές διαφορές επιδεκτικές διαμεσολάβησης. Για ένα μεγάλο όμως μέρος των διαφορών η διαμεσολάβηση εμφανίζεται ως το ενδεδειγμένο μέσο για την επίλυσή τους (π.χ. όταν υπάρχουν σχέσεις συνεργασίας, στις λεγόμενες διαρκείς συμβάσεις, σε σχέσεις γειτονίας, σε πολλές οικογενειακές διαφορές, όταν η διάγνωση είναι θέμα σχετικό ή απλώς τεχνικό).

Παρ’ όλο που υπάρχει στην Ελλάδα πλήρες νομικό πλαίσιο για την διαμεσολάβηση, στην πράξη τα αποτελέσματα είναι πενιχρά. Είναι ανάγκη να παρέμβει ο νομοθέτης υποστηρικτικά. Αλλά δραστήρια. Υπάρχουν τρόποι. Μπορεί η προσφυγή στη διαμεσολάβηση να συνδεθεί με κίνητρα ή με κυρώσεις. Μπορεί να γίνει υποχρεωτική, ως αναγκαία προδικασία, είτε για κατηγορίες υποθέσεων (π.χ. αποζημιώσεις από αυτοκινητικά ατυχήματα, διαφορές από σύμβαση ασφαλίσεως), είτε κατά περίπτωση, κατόπιν δικαστικής επιταγής σε πρώιμα στάδια της διαδικασίας. Στην Ιταλία, όπου έγινε κάποια ήπιας μορφής νομοθετική υποστηρικτική παρέμβαση, μέσα στον πρώτο χρόνο λύθηκαν με διαμεσολάβηση 150.000 ιδιωτικές διαφορές.

Η διαιτησία, εξάλλου, αν και αποτελεί θεσμό γνωστό στη χώρα μας κινείται και αυτή σε μάλλον χαμηλά επίπεδα. Και εδώ όμως υπάρχουν περιθώρια για την ανάπτυξή της με ενθαρρυντικές παρεμβάσεις της πολιτείας ώστε να καταστεί ελκυστικότερη.

Τέλος, υπάρχουν και άλλες ιδέες άξιας μνείας, στις οποίες δεν μας επιτρέπει η ώρα να αναφερθούμε διεξοδικά, όπως:
‒ Η πρόβλεψη βοηθών του δικαστή (νέοι αριστούχοι δικηγόροι ασφαλώς θα ενδιαφερθούν για μία θητεία 2-5 ετών).
‒ Φιλτράρισμα υποθέσεων, μείωση των λόγων αναίρεσης κ.λπ.

2. Ποινική δίκη
Στην ποινική δίκη, αν και δεν υπάρχει δυνατότητα παράκαμψης των πολιτειακών δικαστικών αρχών, υπάρχουν και εκεί περιθώρια για συστημικές παρεμβάσεις και πρόβλεψη εναλλακτικών διαδικασιών. Τα προβλεπόμενα από τον νόμο δύο ανακριτικά στάδια σε σοβαρές υποθέσεις (κακουργήματα), δηλαδή α) η προκαταρκτική εξέταση από εισαγγελέα και β) η κύρια ανάκριση από τακτικό ανακριτή-δικαστή μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης, οδηγούν νομοτελειακά σε καθυστέρηση. Αφού η ίδια υπόθεση διερευνάται, διαδοχικά, από δύο διαφορετικούς δικαστικούς λειτουργούς, ο καθένας από τους οποίους χρειάζεται τον δικό του χρόνο.

Είναι φανερό:
α) ότι μία από τις δύο ανακριτικές φάσεις είναι περιττή,
β) ότι αυτές (φάσεις) πρέπει να συμπτυχθούν σε μία, και
γ) ότι αυτή (η μία) πρέπει να είναι η πρώτη, δηλαδή η εισαγγελική έρευνα.

Να μην ξεχνάμε ότι, ήδη προ πολλού, ο εισαγγελέας έχει περιβληθεί με όλες ανεξαιρέτως τις εγγυήσεις του δικαστή.

Αυτονόητο είναι βέβαια ότι για ορισμένες ενέργειες, όπως είναι τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού και ιδίως η προσωρινή κράτηση, θα είναι απαραίτητη η σύμπραξη δικαστή.

Προς την κατεύθυνση αυτή έχουν ήδη κινηθεί οι ποινικοδικονομικές νομοθεσίες πολλών ευρωπαϊκών κρατών. Μπορώ να αναφέρω τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιταλία, τη Σουηδία και την Ισπανία. Από τα μέτρα που σκοπούν στην ανακούφιση τόσο της προδικασίας, όσο και της κύριας διαδικασίας σε ήσσονος βαρύτητας υποθέσεις, θα αναφέρω την αποχή από την ποινική δίωξη (Einstellung des Verfahrens). Έχω υπόψη μου κυρίως το γερμανικό μοντέλο (παρ. 153 και 153 a-e γερμ. ΚΠΔ), όπου ο Εισαγγελέας, με τη σύμφωνη γνώμη του δικαστή, μπορεί να απόσχει από τη δίωξη, εφόσον ή ενοχή του δράστη εκτιμηθεί ως μικρή και κριθεί ότι δεν υπάρχει δημόσιο συμφέρον να διωχθεί και να τιμωρηθεί οπωσδήποτε. Η αποχή μπορεί να αποφασισθεί και σε σοβαρότερα πλημμελήματα, εφόσον όμως εξαρτηθεί από ορισμένους όρους (αποζημίωση, καταβολή ποσού σε κοινωφελές ίδρυμα, παροχή κοινωφελών υπηρεσιών κ.λπ.). Λέγεται ότι στην Γερμανία η ευρεία εφαρμογή των σχετικών διατάξεων κόβει τον δρόμο για το ακροατήριο σε ποσοστό υποθέσεων κοντά στο 30%.

Άλλη μορφή εναλλακτικής ποινικής διαδικασίας είναι η διαδικασία επιβολής ποινής με διάταξη (Strafbefehl), η οποία κινείται με εισαγγελική πρωτοβουλία. Προβλέπεται στο γερμανικό, ελβετικό και ιταλικό δίκαιο. Κατά της διάταξης αυτής ο κατηγορούμενος μπορεί βεβαίως να προβάλει αντιρρήσεις. Προ καιρού διάβαζα άρθρο σε ελβετική εφημερίδα, σύμφωνα με το οποίο στην Ελβετία το 90% των υποθέσεων διεκπεραιώνεται με αποχή ή διάταξη περί επιβολής ποινής.

Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε, ως εναλλακτική ποινική διαδικασία την ποινική διαπραγμάτευση (plea bargaining) που έχει ευρεία εφαρμογή στην Αμερική, και την «ποινική σύνθεση» (composition pénale), που αποτελεί την ευρωπαϊκή εκδοχή του plea bargaining. Δυστυχώς δεν έχω χρόνο για ανάπτυξή τους. Να προσθέσω μόνο όσον αφορά την «ποινική σύνθεση» ότι αναφέρεται σε πλημμελήματα, προϋποθέτει την παραδοχή από τον δράστη της ενοχής του, άγει στην επιβολή κάποιου τιμωρητικού μέτρου αντί της άσκησης ποινικής δίωξης και υποβάλλεται στην έγκριση του δικαστηρίου.

Το συμπέρασμα είναι ότι υπάρχουν πολλά μέτρα, τα οποία, με κατάλληλες προσαρμογές, μπορούν να μεταφερθούν στο δίκαιό μας από άλλες έννομες τάξεις, στις οποίες εφαρμόζονται με επιτυχία. Απαιτούνται αλλαγές στην στόχευση, όπως είπαμε, βαθιές τομές και κυρίως αλλαγή νοοτροπίας. Η τελευταία δεν θα περιμένουμε μοιρολατρικά να έλθει από μόνη της. Πρέπει να επιδιωχθεί, να εκβιαστεί θα έλεγα, από την πολιτεία με αποφασιστικά και συγκεκριμένα μέτρα. Και πρέπει να βιαστούμε.