Μια πολιτικά μεροληπτική απόφαση

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email
manitakis16.10.16

Ο καθηγητής Αντώνης Μανιτάκης. (Η φωτογραφία προέρχεται από την επίσημη ιστοσελίδα του manitakis.gr)

Του ΑΝΤΩΝΗ ΜΑΝΙΤΑΚΗ

Ομότιμου καθηγητή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Προκαλεί, πράγματι, θλίψη και απογοήτευση η ανάγνωση και μόνο της 4034/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (υπόθεση Κοτζιάς κατά Athens Review of Books). Θλίψη και απογοήτευση όχι μόνον διότι η απόφαση αγνοεί και μάλιστα, προκλητικά, τα σχετικά με την υπόθεση, πλούσια, νομολογικά προηγούμενα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αλλά κυρίως διότι το σκεπτικό της μαρτυρεί ανεπίτρεπτη για δικαστήριο πολιτική μεροληψία. Η τελευταία προκύπτει, κατ’ αρχάς, αβίαστα από την σύγχυση από την οποία διακατέχεται ο δικαστής, αγνοώντας παντελώς τη διάκριση των «ειδήσεων» ή «γεγονότων» από τις «κρίσεις ή αξιολογήσεις». Καθώς και από την μεροληπτική φροντίδα προστασίας των αντιδημοκρατικών ιδεολογιών σε σχέση με την πλήρη υποτίμηση της σημασίας που έχει ο δημοκρατικός διάλογος.

Η διάκριση γεγονότων και αξιολογήσεων είναι, πάντως, θεμελιώδης, τόσο για την στοιχειοθέτηση της αδικοπραξίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, της τιμής ή υπόληψης κάποιου προσώπου, όσο και για τη θεμελίωση του ποινικού αδικήματος της εξύβρισης ή της συκοφαντικής δυσφήμισης. Η επίμαχη φράση π.χ. «γκαουλάιτερ του σταλινισμού» (πολιτικός καθοδηγητής του σταλινισμού) συνιστά προφανώς χαρακτηρισμό, που περιέχει κρίση ή αξιολόγηση αυτού που την εκφέρει, με μεταφορική σημασία και χρήση και με έκδηλη την πολιτική πρόθεση να χαρακτηρίσει ιδεολογικά την «ολοκληρωτική» και «αποκρουστέα», κατά την κρίση του, πολιτική ιδεολογία του προσώπου στο οποίο απευθύνεται.

Εκφέρεται στο πλαίσιο μιας έντονης πολιτικής διαμάχης και αφορά ένα δημόσιο, πολιτικό, πρόσωπο. Αυτό από μόνο του αρκούσε για να καταστήσει τον αποδιδόμενο στο δημόσιο πρόσωπο χαρακτηρισμό, «πολιτική κρίση» και μάλιστα «ιδεολογική». Η δημόσια ιδιότητα του επικρινόμενου προσώπου δικαιολογούσε την ένταξη του χαρακτηρισμού στην κατηγορία ενός ανεκτού και επιτρεπτού σε μια «δημοκρατική κοινωνία» έντονου, με αιχμές, πολιτικού διαλόγου.

Έτσι, σε μια «δημοκρατική κοινωνία» κρίσεις ή επικρίσεις ακόμη και οξείες ή ακραίες, όταν εκφέρονται από δημοσιογράφους ή από απλούς πολίτες στη δημόσια σφαίρα και αφορούν δημόσια πρόσωπα, όπως ο Κοτζιάς, και όταν διατυπώνονται στο πλαίσιο ενός πολιτικού διαλόγου ή μιας πολιτικής αντιπαράθεσης και άσκησης κριτικής σε αυτούς που ασκούν δημόσια αξιώματα, καλύπτονται πλήρως από την ελευθερία του λόγου, διαλόγου ‒κατά την πάγια νομολογία (εθνική και ευρωπαϊκή)‒ και δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται ως ενέργειες παράνομες ή άδικες από τα δικαστήρια και να τιμωρούνται, έστω και αν είναι προσβλητικές ή απαξιωτικές. (Βλέπε την εμπεριστατωμένη κριτική της συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης στη μελέτη της Χριστίνας Ακριβοπούλου, «Η κριτική δημοσίων προσώπων ως εγγύηση της δημοκρατικής αποστολής του τύπου. Η απόφαση 4034 (Εφετείο Αθηνών), και η ανάγκη προσαρμογής της εθνικής νομολογίας στην ευρωπαϊκή προστασία της ελευθερίας του τύπου, άρθρο 10 ΕΣΔΑ»).[1]

Είναι κατά συνέπεια αδιανόητο να αντιμετωπίζονται σε μια «δημοκρατική κοινωνία» (ρήτρα της νομολογίας του ΕΔΔΑ), όπως η δική μας, ως «γεγονότα» και μάλιστα ιστορικά και να υπόκεινται επιπλέον στη βάσανο της αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας (!) ή της ανακρίβειας (!), όταν οι χαρακτηρισμοί που εκφέρονται έχουν προφανώς μεταφορική σημασία, και αποτελούν τμήμα πολεμικής ρητορικής.

Εκτίθεται, έτσι, ανεπανόρθωτα το κύρος και η αξιοπιστία του δικαστηρίου εκείνου, που καταδικάζει δημοσιογράφο/πολίτη και έντυπο για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημοσίου προσώπου, επειδή ασκώντας κριτική στην πολιτική του προσωπικότητα και στην ιδεολογία του τις χαρακτηρίζει αντιδημοκρατικές ή ολοκληρωτικές (όπως είναι η σταλινική). Την ίδια στιγμή που το ίδιο δικαστήριο στην ίδια απόφαση, εκλαμβάνοντας απλώς ως «ιστορικό γεγονός» την πολιτική ιδεολογία του σταλινισμού, την σταθμίζει, χωρίς ίσως να το καταλάβει, με την ελευθερία του Τύπου και δεν διστάζει να θυσιάσει την τελευταία στον βωμό της πρώτης. Στην πραγματικότητα βάζει σε δεύτερη μοίρα την ελευθερία του λόγου, δηλαδή την ελευθερία κάθε εντύπου να ασκεί ακόμη και δριμεία ή υπερβολική ή άδικη ή αβάσιμη κριτική σε δημόσια πρόσωπα, σε σχέση με την προστασία της τιμής και της υπόληψής τους.

Ενεργώντας έτσι το δικαστήριο πολιτικολογεί και πολιτικολογώντας μεροληπτεί πολιτικά, αφού θυσιάζει το δημόσιο αγαθό του δημοκρατικού διαλόγου προκειμένου να μη θιγεί η υπόληψη ενός προσώπου που εγκαλείται δημόσια ως καθοδηγητής μιας αντιδημοκρατικής πολιτικής ιδεολογίας. Προτιμά να εκδώσει μια αντιδημοκρατική πολιτική απόφαση και να προκαλέσει την δημοκρατική κοινή γνώμη από το να αθωώσει έναν δημοσιογράφο/πολίτη και ένα έντυπο που στιγματίζει απλώς, ως έχει καθήκον, την αντιδημοκρατική ιδεολογία και το πολιτικό παρελθόν ενός δημόσιου προσώπου.

Δεν θέλω να πιστεύω ότι ο Άρειος Πάγος δεν θα επανορθώσει το προκλητικό αυτό δικανικό ατόπημα του Εφετείου Αθηνών, που εκθέτει διεθνώς την ελληνική δικαιοσύνη, και δεν θα φροντίσει να αποκαταστήσει το δοκιμαζόμενο, δραματικά, ούτως ή άλλως, κύρος της.

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 14 Οκτωβρίου 2016

 


[1] ΔιΜΕΕ 4/2015, σ. 559-569.