Metra gia tsarouchia (ή όταν η κρίση πουλάει)

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

ARB_75-baroufes

Karen van Dyck (ed.), Austerity Measures: The New Greek Poetry, Penguin, London 2016, σελ. 458

Theodoros Chiotis (ed.), Futures: Poetry of the Greek Crisis, Penned in the Margins, London 2015, σελ. 230

«Το σπίτι της αράχνης γίνεται με αυτά που βγάζει από τα ίδια της τα σωθικά»
Τζόναθαν Σουίφτ

Παλαιόθεν υπήρξαν Έλληνες πτωχοί και, δυστυχώς, όχι σπάνια, αλαζόνες. Αυτό που τα λεξικά αποδίδουν ως «ψωροπερήφανοι». Όσο πιο πτωχοί (του πνεύματος μη εξαιρουμένου) τόσο πιο οιηματίες σε συμπεριφορά και φρασεολογία. Η πτωχαλαζονεία (όπως είναι γνωστό το άθλημα) επεδείχθη και επιδεικνύεται εισέτι κυρίως έναντι των ξένων που, συχνά, θεωρούνται υπεύθυνοι πολλών δεινών. Ωστόσο, όταν οι άθλιοι αυτοί δυνάστες της ένδοξης φύτρας δεήσουν και ασχοληθούν με τα καθ’ ημάς κατά τρόπο ευνοϊκό ή καταδεχτούν να μας προσέξουν, έστω και με ειρωνική συγκατάβαση, τότε γινόμαστε, χωρίς δισταγμό, χατζηαβάτες της κολακείας και τελάληδες επαίνων.

Πώς να μην μπει κανείς σε τέτοιες σκέψεις, όταν βλέπει πόσο έχουμε ανάγκη την επιδοκιμαστική ματιά του «ξένου», πόση αξία πιστεύουμε ότι κερδίζουμε από την αναγνώρισή του. Αρκεί που ασχολήθηκαν μαζί μας, που γίναμε αποδέκτες της γενναιοδωρίας τους· τότε ομοθύμως, με μπροστάρηδες τα αδιάφθορα και αμερόληπτα ΜΜΕ, ξεδιπλώνουμε ύμνους και δονούμεθα από εθνικό παλμό, συχνά για έργα τα οποία, αν τα είχε υπογράψει ένας ντόπιος, θα είχαμε παγερά αδιαφορήσει, αν δεν τα είχαμε δηλητηριωδώς καταδικάσει.

Πρόκειται για σύνδρομο συλλογικής ανασφάλειας που φανερώνει ότι δεν πατάμε γερά στα πόδια μας και επιζητούμε την αποδοχή και την επιδοκιμασία των ξένων για να νιώσουμε ότι κάτι αξίζουμε. Αυτή ακριβώς η στάση δηλώνει ότι είμαστε παγιδευμένοι στον ιστό που έχουμε υφάνει με τα ίδια τα εντόσθιά μας, φυλακισμένοι στον ίδιο μας τον εαυτό, περιμένοντας να μας ελευθερώσουν απέξω.

Παρόμοιες σκέψεις προκύπτουν συνειρμικά όταν συμβαίνουν γεγονότα που τις συνδαυλίζουν. Όπως έγινε πρόσφατα με την ηχηρή παρουσίαση από την ντόπια εφημεριδοσύνη του συνταρακτικού γεγονότος της έκδοσης μιας ανθολογίας σύγχρονης ελληνικής ποίησης από τον παγκοσμίου φήμης εκδοτικό οίκο Penguin. Η είδηση έβαλε σε ενέργεια τις εκδουλεύτριες πένες (στα κοινωνικά και άλλα μέσα) που έχουν αναλάβει να «ενημερώνουν» τους δυστυχείς υπηκόους της ρημαγμένης τούτης γης, τους ιθαγενείς που πρέπει να νιώθουν υπερήφανοι καθότι έγιναν δεκτοί στο σπίτι του αφέντη.

Η σημαντική είδηση δεν είναι βέβαια η ποίηση αλλά το περιτύλιγμα. Το περιεχόμενο ελάχιστα ενδιαφέρει. Δεν έχουμε δα και λίγους μεταφρασμένους ποιητές, στις πιο γνωστές και στις πιο απίθανες γλώσσες, που δεν τους διάβασε ποτέ κανείς, αλλά οι μεταφράσεις φιγουράρουν καμαρώνοντας στα βιογραφικά τους. Το σημαντικό στην παρούσα περίπτωση (εκτός από τον εκδοτικό οίκο) είναι η υπογραφή μιας καθηγήτριας της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης (Karen van Dyck), ένας επίκαιρος εμπορικός τίτλος που παραπέμπει στην καταβαράθρωση των Ελλήνων (AusterityMeasures) και, το σπουδαιότερο, κατάφατσα στο εξώφυλλο, μια πομφολυγώδης εκπυρσοκρότηση, υπό μορφή διαφημιστικού θέσφατου, του διάσημου μαιτρ της οικονομικής πασαρέλας που κατέστησε τη χλιδάτη λιτότητα τρόπο ζωής και σκέψης (Yanis Varoufakis, Wow! Now!).

[……………….]

Με την ίδια λογική θεωρούμε ότι και το άλλο εγχείρημα που ανθολογεί τους ποιητές της κρίσης πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο. Πρόκειται για το Futures: Poetry of the Greek Crisis (επιμ. Theodoros Chiotis), Penned in the Margins, Λονδίνο 2015. Ανθολόγηση με επίσης ασαφή κριτήρια, εκτός από τον τυφλοσούρτη που λέγεται «κρίση» (απορίας άξιο πώς γλίτωσε το «μνημόνιο» και οι παραφυάδες του), καμωμένη από τον project manager (sic) του Αρχείου Καβάφη. (Ποίημα του εν λόγω αντιστασιακού ανθολόγου ανθολογείται επίσης από την Van Dyck… πράξη αντίστασης «για όσο βρισκόμασταν σε καθεστώς υποτέλειας / while we were in a dependent state»).

Αν αφιερώσαμε τόσο χώρο της ARB για το ζήτημα αυτό, είναι γιατί πιστεύουμε ότι τέτοια φαινόμενα πολιτισμικής σπέκουλας αποδεικνύουν ότι δεν είναι απότοκα της κρίσης αλλά η ίδια η κρίση στην πιο ύπουλη μορφή της. Όσο για την ποίηση, θα συνεχίσουμε να την αναζητούμε εκεί που πρέπει και όπως πρέπει, έχοντας κατά νου την παραίνεση του Ροΐδη: Τίποτε «δεν δικαιολογεί την μεταβολήν της ποιήσεως εις απλήν τυμπανοκρουσίαν».

 

TO ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ