Τα… αν της ανοησίας και της ανηθικότητας

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

ARB_75-Martinidis

Από τον ΠΕΤΡΟ ΜΑΡΤΙΝΙΔΗ

«Η ηθική ξεκίνησε με την ευγενέστερη ιδιότητα στην
ανθρώπινη φύση και κατέληξε στην φαντασιοπληξία ή στη
δεισιδαιμονία

Ιμμάνουελ Καντ, Κριτική του Πρακτικού Λόγου (1788)

Αν μπορείς να έχεις τα πάντα μα προτιμάς να περιορίζεσαι στα ελάχιστα είναι είτε μαζοχισμός είτε ροπή στον ασκητισμό. Αν όμως βρίσκεσαι σε μια κατάσταση με πολλά πλην και πολλά συν, στην οποία, ωστόσο, ο ισολογισμός είναι αναμφίβολα θετικός, το να την απορρίψεις επειδή έτσι δεν αποκτάς τα πάντα συνιστά τεράστια ανοησία. Κι αν η απόρριψη υποκινείται από όσους κερδίζουν παρασέρνοντας τους υπόλοιπους σε πολύ χειρότερες συνθήκες, τότε το πρόβλημα δεν είναι ο τελικός ισολογισμός αλλά η ανηθικότητα.

Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν οικονομικές ολιγαρχίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση· αλήθεια, επίσης, ότι αποφάσεις για κινήσεις κονδυλίων στην Ευρωζώνη λαμβάνονται με όχι και τόσο δημοκρατικούς τρόπους πάντα· αλήθεια και η υπερεκμετάλλευση των γήινων πόρων, οι εγκυμονούντες κίνδυνοι, η νεανική ανεργία που μαστίζει κάποιες ευρωπαϊκές χώρες παραπάνω από άλλες, οι διαψευσμένες ελπίδες, η ανασφάλεια, η απόγνωση. Αλλά επειδή τα σημερινά παιδιά συνειδητοποιούν ότι υποχρεώνονται, στη μεγάλη πλειονότητά τους, να ζήσουν φτωχότερα από τους γονείς τους, δεν σημαίνει πως το σημερινό βιοτικό τους επίπεδο χαμήλωσε περισσότερο από το επίπεδο των παππούδων ή των προπάππων τους. Εκείνοι, όχι μόνο υστερούσαν σε οποιοδήποτε τομέα –κατοικίας, ένδυσης, διατροφής, μέσου προσδόκιμου ζωής, πρόσβασης σε πολιτιστικά αγαθά, ταξιδιών κ.λπ.–, αλλά έτρεχαν να σκοτώνονται κάθε τόσο σε πολέμους που δεν σταμάτησαν να ποτίζουν με αίμα την ευρωπαϊκή ήπειρο επί αιώνες.

Εβδομήντα χρόνια συνεχούς ειρήνης, θεαματική άνοδος του μέσου όρου ζωής όσο και του μέσου ύψους, ανεμπόδιστη κυκλοφορία ανθρώπων και εμπορευμάτων μεταξύ κρατών, ιταλικά μνημεία που αναστηλώνονται με γαλλικούς πόρους, γερμανικά εργοστάσια που ευνοούνται από ελληνικούς, ελληνικές γέφυρες που εγείρονται με αγγλικούς και, γενικά, μια ήπειρος που μιλά αγγλικά, τραγουδά ιταλικά, ντύνεται ισπανικά, εργάζεται γερμανικά, τρώει ελληνικά, αρωματίζεται γαλλικά κ.ο.κ. δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα κέρδη, όσα σκαμπανεβάσματα και αν μεσολαβούν. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει παραίτηση από κάθε κριτική. Αλλά η εποχή μας υπερέχει και ως προς αυτό· προσφέρει πολύ περισσότερες και πολύ ευρύτερες ευκαιρίες ενημέρωσης και παρέμβασης από ό,τι προηγούμενες εποχές. Αντί λοιπόν να στιγματίζουν οι μισοί τους άλλους μισούς ως «ευρωλιγούρηδες», θα ήταν πολύ καλύτερα να δούμε πόση σοφία κερδίζουμε, όλοι, ως «διεθνοδίαιτοι».

Το επιχείρημα ότι κάπου 1% του πληθυσμού ελέγχει το 48% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ το 90% έχει να συντηρείται μόνο από το 13% αυτού του πλούτου, είναι ένα άκρως λαϊκιστικό επιχείρημα. Ακόμη και αν τα ποσοστά αληθεύουν, κάτι που δεν είναι τόσο βέβαιο, παραβλέπει την ευρύτητα των μεσοστρωμάτων που κατανέμονται στα σχετικά ποσοστά, παραβλέπει την κατανάλωση πολιτιστικού πλούτου, που δεν ακολουθεί οικονομικά κριτήρια και, κυρίως, παραβλέπει ότι μέχρι πριν έναν αιώνα ο παγκόσμιος πλούτος ελεγχόταν από πολύ λιγότερους, οι οποίοι, επιπλέον, διέθεταν δικαιώματα επί της ζωής και της περιουσίας των υπολοίπων. Από τον Καντ, στα τέλη του 18ου αιώνα, όσο κι από τον Ιερεμία Μπένθαμ, στις αρχές του 19ου, διευκρινίστηκε πως «η ηθικά σωστή σειρά πράξεων είναι εκείνη που αποφέρει το μεγαλύτερο καλό στον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων». Άρα δεν καταδικάζεις στη μιζέρια το σύνολο μιας κοινωνίας ώστε να φέρεις δίκαιη κατανομή πλούτου σε όλα της τα μέλη. Ασφαλώς, αυτό δεν συνεπάγεται την αποδοχή της αδικίας εν γένει. Συνεπάγεται όμως τη μέριμνα κάθε επανορθωτικής κίνησης, να μην καταστρέψει περισσότερα από όσα διορθώνει.

Αν η διακυβέρνηση της Ενωμένης Ευρώπης περνά από μια φάση στην οποία οι ηγέτες των Βρυξελλών εξυπηρετούν γερμανικά συμφέροντα με τρόπο που γεννά αδικίες, η λύση δεν είναι να καταγγέλλουμε μια «εγκληματική συμμορία» και να ονειρευόμαστε, αορίστως, μια «Ευρώπη των λαών», ρισκάροντας να αποκτήσουμε μια Ευρώπη του κάθε λαού χωριστά, εχθρικού προς κάθε άλλον. Μόλις έναν αιώνα πριν, στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, γάλλοι γιατροί διατύπωναν «επιστημονικά» τεκμήρια για το πώς η αφόδευση των Γερμανών έχει πολύ πιο δυσάρεστη οσμή από εκείνη των Γάλλων, γερμανοί ψυχολόγοι αποδείκνυαν εξίσου «επιστημονικά» την νοητική κατωτερότητα των Πολωνών, βέλγοι αποικιοκράτες βεβαίωναν πως οι μαύροι αισθάνονται λιγότερο πόνο από όσο οι λευκοί όταν δέχονται χτυπήματα, και άγγλοι «δαρβινιστές» κατήρτιζαν αμετάβλητες ιεραρχίες φυλετικών ικανοτήτων. Μετά από αυτά, ακολούθησε η απόλυτη φρίκη του Δεύτερου Παγκοσμίου.

Δεν φαντάζομαι να κινδυνεύουμε από κάτι τέτοιο. Αλλά ούτε και σ’ εκείνη τη συναρπαστική, εύθραυστη και σκανδαλώδη Δημοκρατία της Βαϊμάρης φαντάζονταν πάρα πολλοί τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Όταν δουλοπρεπείς υμνητές της εξουσίας πρυτανεύουν στην πνευματική ζωή, κόλακες κάθε λαϊκής ματαιοδοξίας κατακτούν υψηλά αξιώματα και ανιστόρητοι καιροσκόποι φτάνουν σε ανώτατες ηγετικές θέσεις, όλα είναι πιθανά. Μεταξύ νοσταλγίας αυτοκρατορικών μεγαλείων από ηλικιωμένους συντηρητικούς της Αγγλίας και προσδοκίας σοσιαλιστικών παραδείσων από νεαρούς αριστερούς της Ελλάδας, ο εθνικολαϊκισμός μπορεί να προξενήσει πάρα πολλά δεινά. Ακροδεξιοί που παραληρούν από χαρά, χαιρετίζοντας το αποτέλεσμα του αγγλικού δημοψηφίσματος, και ριζοσπάστες Αριστεροί που το θεωρούν μια καλή ευκαιρία να καταλάβουν οι Βρυξέλλες πως πρέπει να αλλάξουν πολιτική, δημιουργούν ανησυχίες. Αν πράγματι η έξοδος της Βρετανίας σημαίνει προοπτική δημοκρατικότερης Ευρώπης, γιατί ενθουσιάζονται η κυρία Λεπέν, ο κύριος Τραμπ ή ο κύριος Μιχαλολιάκος;

Αυτή τη στιγμή, ίσως αυτό να είναι το πιο κρίσιμο «αν» και το πιο κρίσιμο ερώτημα.