Εμμανουήλ Ροΐδης: οδηγίες κρίσεως

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Ἡ πάλη ἔσται μακρὰ καὶ πεισματώδης μέχρις οὗ
ARB_72-Roides-300-72κατορθωθῇ ἡ κοινωνικὴ μετάθεσις τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ
τῆς Ἀνατολῆς εἰς τὴν Εὐρώπην.
Ἐμμ. Ροΐδης

Η ARB με τις σελίδες που αφιερώνει σήμερα στον Εμμανουήλ Ροΐδη (1836-1904) εκπληρώνει ένα μικρό μέρος του χρέους της απέναντι σε έναν σπουδαίο συγγραφέα και, συνάμα, σε έναν ασυμβίβαστο κριτικό όχι μόνο της λογοτεχνίας αλλά και της ελληνικής κοινωνίας εν γένει. Θεωρούμε ότι ήταν μεγάλη παράλειψη η απουσία του από τις σελίδες του περιοδικού έως το 71ο τεύχος. Γι’ αυτό δεν θα σταματήσουμε εδώ. Στα τεύχη που θα ακολουθήσουν ο Ροΐδης θα γίνει μία από τις κύριες αναφορές μας, έτσι ώστε οι θέσεις που υποστηρίζουμε να αποκτήσουν την αρμόζουσα προοπτική. Η σύνδεση αυτή δεν είναι μόνο ιστορική ή φιλολογική. Πάνω απ’ όλα είναι πολιτική. Δεν ασχολούμαστε με τον Ροΐδη σαν να είναι σεβάσμιος πρόγονος που τον τιμούμε για λόγους εθιμοτυπίας, αφήνοντάς τον κατά τα άλλα άθικτο στο μαυσωλείο της εθνικής λογοτεχνίας. Για μας εξακολουθεί να είναι φωνή που συνεχίζει να εμπνέει, παρουσία που εξακολουθεί να παραδειγματίζει. Είναι λογικό πολλοί αναγνώστες και αναγνώστριες να αναρωτηθούν πού στηρίζεται αυτή η εμμονή με τον Ροΐδη και γιατί νιώθουμε ότι ακόμη τού είμαστε οφειλέτες. Πολύ συνοπτικά, στα πλαίσια αυτού του σημειώματος, θέλουμε να τους θυμίσουμε τα εξής:

α) Ο Ροΐδης έγραψε ένα από τα πιο γνωστά μυθιστορήματα στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, την Πάπισσα Ιωάννα το 1866.
Το έργο αυτό δεν είναι σημαντικό μόνο για τη λογοτεχνική του αξία, γεγονός που αποδεικνύεται από τη θέση του στην ιστορία και τη συνεχιζόμενη δημοφιλία του, αλλά και για τον κοινωνικό σάλο που προκάλεσε. Η πιο σφοδρή αντίδραση προήλθε από τον χώρο της Εκκλησίας, επεκτάθηκε όμως στην κοινωνία με το πρόσχημα του ηθικού κινδύνου. Μελετώντας, επομένως, το έργο και την απήχησή του είμαστε υποχρεωμένοι να θέσουμε ερωτήματα που εξακολουθούν να μας απασχολούν τόσο για τη μορφή της μυθοπλασίας όσο και για τη σχέση λογοτεχνίας και κοινωνίας.

β) Από τα κορυφαία επιτεύγματα του Ροΐδη είναι η αντίδρασή του στη συντονισμένη επίθεση που δέχτηκε για την Πάπισσα. Όποιος διαβάσει την απάντησή του στην Ιερά Σύνοδο (που αφόρισε το βιβλίο) και τις «Επιστολές ενός Αγρινιώτου», δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει ότι σπάνια στη νεοελληνική γραμματεία συναντούμε τέτοια ποιότητα γραφής, η οποία συνδυάζει έξοχο ύφος, ευθύβολη σάτιρα και κριτική παρρησία. Θεωρούμε μέγα κακό που τέτοια κείμενα έχουν ξεχαστεί ή δεν βρήκαν αντάξιους συνεχιστές. Από τη δική μας πλευρά θέλουμε να παρακινήσουμε όσους ακόμη φροντίζουν τον λόγο και τη σκέψη τους να τα αναζητήσουν επειγόντως.

γ) Ο Ροΐδης δεν σταμάτησε ποτέ να ασχολείται με την πολιτική και γενικότερα με τον δημόσιο χώρο. Ανήκει σε εκείνους τους συγγραφείς που θεωρούν ότι έχουν ευθύνη να εκφέρουν γνώμη χωρίς να λογαριάζουν τις συνέπειες. Αυτό σημαίνει ότι συμμερίζεται την άποψη που θέλει τους ανθρώπους των γραμμάτων να παίρνουν θέση στα κοινωνικά προβλήματα και να τοποθετούνται, όταν χρειαστεί, απέναντι των θεσμικών μορφών της εξουσίας, κυρίως όμως να αμφισβητούν τον κρατούντα λόγο, όταν αυτός υπηρετεί την καταπίεση και την παραπλάνηση. Ο Ροΐδης δήλωσε πάντα παρών στην ανάγκη για αντίσταση. Μολονότι τρικουπικός (υπό την ευρέως πολιτική και όχι την κομματική έννοια) δεν έβαλε το σπαθί στη θήκη του. Η έκδοση του Ασμοδαίου (1875-1876), το Γεννηθήτω Φως (1878), οι ετήσιες «Επιθεωρήσεις» του στην εφημερίδα Ώρα, και πολλά άλλα κείμενα πολιτικού σχολιασμού, αποδεικνύουν ότι δεν έχουμε να κάνουμε με έναν τυπικό λογοτέχνη αλλά με έναν πολύπλευρο εμπειροτέχνη της γραφής. Τη δύναμη της γραφής χρησιμοποιούσε κυρίως ως μέσο κοινωνικής δράσης και όχι ως πεδίο προσωπικής έκφρασης.

δ) Αλλά και στον χώρο της λογοτεχνικής κριτικής άφησε ανεξίτηλα τη σφραγίδα του. Πέρα από το ότι ήταν από τους πρώτους που αναφέρθηκαν στον Μπωντλαίρ, τον Πόε, τον Ντοστογιέφσκι, τον Στίρνερ, και άλλους πολλούς ξένους, δεν σταμάτησε ποτέ να παρακολουθεί την πορεία της ελληνικής λογοτεχνίας και να παρεμβαίνει, κατά καιρούς, με δραστικό τρόπο. Κορυφαία στιγμή σε αυτή του τη δραστηριότητα υπήρξε η διαμάχη του με τον Άγγελο Βλάχο το 1877. Σημασία για μας σήμερα δεν έχουν τόσο οι λεπτομέρειες της διαμάχης, όσο η γενναία πρόκληση του Ροΐδη που ταρακούνησε την αθηναϊκή κοινωνία, για δύο κυρίως λόγους: γιατί αμφισβήτησε συνολικά τη λογοτεχνία της εποχής του και γιατί ζήτησε η κριτική να στηρίζεται στη θεωρητική σκέψη, να χρησιμοποιεί συστηματικά κριτήρια και να μην εκφράζει ατεκμηρίωτες υποκειμενικές αντιδράσεις. Στην ουσία η αξία της στάσης του Ροΐδη έγκειται στο γεγονός ότι πήγε κόντρα στο αγελαίο ρεύμα. Κάτι τέτοιο έχει από μόνο του, ως πολιτική πράξη, την αξία του, γιατί αναγκάζει την εφησυχάζουσα κατεστημένη τάξη να ξυπνήσει και να αναρωτηθεί τι συνέβη.

ε) Ο Ροΐδης έγραψε στην καθαρεύουσα αλλά υποστήριξε τη δημοτική. Στην πρώτη (τη νόμιμη σύζυγο) τον καταδίκασε η παιδεία του, στη δεύτερη (την ερωμένη) τον έσπρωχναν η επιθυμία και η πεποίθησή του. Ποτέ δεν μπόρεσε να λύσει την αντίφαση. Μας άφησε όμως ένα πολλαπλά σπουδαίο έργο (Τα Είδωλα, 1893), στο οποίο αναπτύσσει της γλωσσικές του απόψεις. Ανάμεσα στα πολλά και ενδιαφέροντα περί γλώσσας και γλωσσικού ζητήματος που εξετάζονται στη μελέτη αυτή, ξεχωρίζει η διάκριση ανάμεσα σε Γραμματική και Ρητορική, δηλαδή ανάμεσα σε γλώσσα και ύφος. Εκεί μάλιστα μετέφερε στα καθ’ ημάς και τον όρο σημαντική, ως ουσιαστικό. Ο Ροΐδης είναι ίσως ο πρώτος στη νεοελληνική λογοτεχνία που δεν συναρτά την αξία ενός κειμένου με τη γλωσσική του μορφή.

στ) Για βιοποριστικούς λόγους (και όχι μόνο) ο Ροΐδης έγραψε πολλά, σχετικά σύντομα, κείμενα, που είναι δύσκολο να τα εντάξουμε σε κάποια κατηγορία. Όπου και αν ανήκουν (στα διηγήματα, στα σκαλαθύρματα, στις επιφυλλίδες, στις δημοσιογραφικές παρεμβάσεις κ.λπ.), τα κείμενα αυτά δεν πρέπει να υποτιμηθούν· σε όλα δεν παύει να δρα ένας λόγος που δεν έχει τον όμοιό του. Ακόμη και για το πιο απλό ή τετριμμένο θέμα αιφνιδιάζει με την τέχνη τού παρά προσδοκίαν γράφειν, αλλά και με τις προτάσεις ή τις ιδέες που θέτει στην κρίση των αναγνωστών του. Ακριβώς όμως επειδή βρισκόταν μπροστά από την εποχή του, το ζήτημα ήταν πόσοι τον καταλάβαιναν· ή πόσοι είχαν τα πνευματικά εφόδια για να τον καταλάβουν.

Δεν αρκούν βέβαια τα παραπάνω για να γίνει κατανοητή η συνεισφορά του Ροΐδη σε όλη την έκταση και σε όλη τη βαρύτητά της. Θα χρειαστεί πολλή εργασία στο μέλλον, από ανθρώπους που εκτιμούν τη συνεισφορά του στο αξεχώριστο δίδυμο του μαχητικού λόγου και της ανατρεπτικής στάσης. Εμείς από την πλευρά μας θα επιχειρήσουμε να δράσουμε ως υποκινητές μιας τέτοιας αναβίωσης, όχι γιατί πιστεύουμε σε νεκραναστάσεις αλλά γιατί υποστηρίζουμε ότι σε κάθε μάχη χρειάζεσαι όλες τις αξιόμαχες εφεδρείες. Ιδιαίτερα σήμερα, που η μάχη έχει να κάνει με την επιβίωση της ελληνικής κοινωνίας, η προσφυγή στον Ροΐδη, ο οποίος δυστυχώς παραμένει σε διαρκή αποστρατεία, είναι επιβεβλημένη.

Θα ήταν όμως μεγάλη παράλειψη, κλείνοντας αυτό το σημείωμα, να μην αναφερθούμε στον πρώτο και κύριο λόγο που μας κάνει να επιμένουμε στη σύνδεσή μας με τον Ροΐδη. Και αυτός δεν είναι άλλος από τη διαπίστωση εκλεκτικής συγγένειας – έστω και με εμάς στη θέση του πτωχού συγγενούς:

Όπως ο Ροΐδης έτσι κι εμείς θεωρούμε ότι η κριτική σκέψη πρέπει να είναι ασυμβίβαστη.

Όπως ο Ροΐδης έτσι κι εμείς πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι των γραμμάτων πρέπει να παρεμβαίνουν στον δημόσιο λόγο και διάλογο.

Όπως ο Ροΐδης έτσι κι εμείς υποστηρίζουμε ότι η ποιότητα της γραφής (το ύφος αν θέλετε) δεν είναι απλό στολίδι αλλά στοιχείο που προσδιορίζει το ίδιο το περιεχόμενο της σκέψης.

Όπως ο Ροΐδης έτσι κι εμείς έχουμε δυσανεξία στους επίσημους «όνους» (όχι στα συμπαθή γαϊδουράκια), είτε πρόκειται για ολετήρες της πολιτικής, είτε για βιαστές της δικαιοσύνης και ιδίως της ελευθερίας της έκφρασης (με αυτούς θα ασχοληθούμε προσεχώς), είτε για καταχραστές του δημοσίου κορβανά είτε για δολιοφθορείς της επιστήμης και καταπατητές της γραφής.

Όπως ο Ροΐδης έτσι κι εμείς απεχθανόμαστε τους κήνσορες, τους υποκριτές και τους καθαρολόγους. Ακόμη περισσότερο εξάπτουν την αντιπαλότητά μας οι διεκδικητές της πολιτικής ορθότητας και οι διακινητές του αυταρχικού λόγου. Ο Ροΐδης μας έμαθε, ανάμεσα σε πολλά άλλα, να τους περιφρονούμε ειρωνικά και να τους καταδικάζουμε απερίφραστα.

Πάνω όμως και πέρα απ’ όλα ο Ροΐδης εκπροσωπεί για μας αυτό που χρειάζεται η χώρα, ιδιαίτερα στις τωρινές κρίσιμες στιγμές: τον κριτικό λόγο που δεν φοβάται τη διεφθαρμένη εξουσία και δεν υποκύπτει στους εξαναγκασμούς μιας παραπλανημένης πλειοψηφίας· τη δημόσια στάση που δεν ενδίδει στις βολικές αυταπάτες και γι’ αυτό επισύρει τον ψόγο και οδηγεί στην απομόνωση· την πολιτική συμπεριφορά που δεν τρέφεται με φτηνά ιδεολογήματα· τη γραφή που έχει πάντα κάτι ενδιαφέρον να πει με διαφορετικό από τον τρέχοντα τρόπο. Με μια φράση: ο Ροΐδης συμβολίζει την άρνηση της Ελλάδας όπως κατάντησε, τη διαρκή πάλη για μια Ελλάδα που πολιτισμικά θα ανήκει στην Ευρώπη και κοινωνικά στην κοινή λογική του ορθού λόγου.

TheAthensReviewofBooks

 separator

Στο επόμενο τεύχος (Ροΐδη συνέχεια) 

Όπως μας πληροφορεί ο Τύπος, στη χειμαζόμενη Ελλάδα της κρίσης αυξήθηκαν τα σεμινάρια, οι κύκλοι, τα μαθήματα, τα εργαστήρια και άλλα συναφή στα οποία προστρέχουν οι ζηλωτές της δημιουργικής γραφής. Τα περισσότερα από αυτά εκπαιδεύουν τους αιτούντες και, κυρίως, τις αιτούσες στην τέχνη του πεζού λόγου, με έμφαση στο μυθιστόρημα και στο διήγημα. Αν συνεκτιμήσουμε αυτή την τάση με τη ραγδαία εξάπλωση των δύο ειδών τα τελευταία 25 χρόνια στην Ελλάδα, τότε όντως έχουμε να κάνουμε με πρωτοφανές φαινόμενο. Δεν είναι τυχαίο ότι πολιτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες, άεργοι, ακόμη και συνάδελφοι του μακαρίτη Μελισσηνού, έθυσαν και θύουν στον βωμό της ευπώλητης μυθοπλασίας. Είναι αναμφίβολα ευτυχές το γεγονός ότι η «κονίκλειος ευτοκία» των Ελλήνων συγγραφέων έλυσε το δημογραφικό πρόβλημα της λογοτεχνικής παραγωγής, θα ήταν ωστόσο ευχής έργο να κάναμε κι εμείς οι υπόλοιποι το αντίστοιχο στην παραγωγή τέκνων. Η ARB, θέλοντας να συμβάλει στον παλμό της εθνικής αυτής οιστρηλασίας εμπράκτως, θα δημοσιεύσει στο επόμενο τεύχος της δύο κείμενα που περιέχουν χρήσιμες οδηγίες για όσους και όσες φιλοδοξούν να συγγράψουν ταχυρρύθμως μυθιστορίες που θα αγαπηθούν ή ακόμη και να διδάξουν πώς κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται ακόπως και ανεξόδως:

α) «Εγχειρίδιον διηγηματογραφίας»

β) «Τίνι τρόπω γράφονται τα μυθιστορήματα»

Το πρώτο ανήκει στον Εμμανουήλ Ροΐδη, το δεύτερο είναι ελληνική μετάφραση γαλλικής απόδοσης ισπανικής μελέτης χωρίς όνομα συγγραφέα (Ροΐδης;). Πρόκειται για σπάνιας ευρηματικότητας κείμενα, γραμμένα σε χαρίεν ύφος και περιέχοντα εύστοχες συμβουλές για να επιλύσουν οι ενδιαφερόμενοι/ες τα αδιέξοδα της έμπνευσης και για να αντιμετωπίσουν την πίεση του χρόνου.