ΜΗΝΥΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΕΚΒΙΑΣΤΕΣ!

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Ο περί τύπου νόμος-εφιάλτης

ANDREW TURNER CREATIVE COMMONS

Andrew Turner, Creative Commons

Όποιος τυχαίνει να έχει παρακολουθήσει ή, ακόμη χειρότερα, να έχει υποστεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών δίκες που έχουν προκληθεί από ζητήματα του νόμου περί τύπου, θα εκπλαγεί με τη διεστραμμένη εφευρετικότητα πολλών εναγόντων. Διάφορα κατά γενική ομολογία δημόσια, πλην γελοία πρόσωπα, ασκούν απίθανης σύλληψης αγωγές, ζητώντας να τους επιδικαστούν τεράστια ποσά ως «χρηματική αποζημίωση», γιατί με κάποια ενέργεια του εναγόμενου (αρθρογράφου, δημοσιογράφου, εντύπου, μέσου κ.λπ.) θίχτηκε δήθεν η «τιμή και υπόληψή τους». Δηλαδή αν κάποιος γράψει ή πει δημόσια ότι ένα πανθομολογουμένως γελοίο πρόσωπο είναι γελοίο, ότι ένας τραμπούκος είναι τραμπούκος, ένας ακροδεξιός, φασίστας ή σταλινικός είναι τέτοιος, ένας κλέφτης (ιδίως του δημόσιου χρήματος) είναι κλέφτης, το περί ού ο λόγος υποκείμενο μπορεί να ασκήσει αγωγή γιατί θίχτηκε η τιμή του!

Συνήθως οι θιγόμενοι αποφεύγουν την υποβολή μήνυσης, διότι η ποινική διαδικασία συνεπάγεται ταλαιπωρίες και τον κίνδυνο να βρεθούν από κατήγοροι κατηγορούμενοι. Αλλεπάλληλες αναβολές, χάσιμο πολύτιμου χρόνου, βασανιστικός έλεγχος διά ζώσης του «θιγόμενου» στο ακροατήριο (όπου συνήθως εξευτελίζεται) κ.λπ. Άσε που συνήθως αυτές οι μηνύσεις καταλήγουν σε απαλλαγή του κατηγορούμενου «ελλείψει δόλου» ή με άλλα παρόμοια νομικά επιχειρήματα. Δεν εκδόθηκε δυστυχώς ποτέ δικαστική απόφαση που να δεχτεί ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται της κατηγορίας ότι αποκάλεσε τον μηνυτή γελοίο, γιατί αποδείχθηκε ότι όντως ο μηνυτής είναι γελοίος…

Έτσι οι «θιγόμενοι» προτιμούν την οδό της (αστικής) αγωγής, ζητώντας απίστευτα ποσά για την τιμή τους που τιμή δεν έχει. Πολλές φορές τα δικαστήρια αντί να απορρίψουν πανηγυρικά την αγωγή, επιδικάζουν ποσά θεαματικώς μικρότερα των αιτουμένων, δεχόμενα ότι ο εναγόμενος «υπερέβη τα ακραία όρια της ανεκτής κριτικής» και τα τοιαύτα. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που η άσκηση μιας τέτοιας αγωγής λαμβάνει προκλητικές διαστάσεις. Αγωγές για αστρονομικά ποσά για ψύλλου πήδημα, με μόνη άμεση φιλοδοξία την επίδειξη της αγωγής στα μίντια. Π.χ. ένα «νούμερο» που έκανε αγωγή γιατί το είπαν έτσι. Πολλές από αυτές τις αγωγές συνήθως συντάσσονται κυριολεκτικά στο γόνατο, εν θερμώ, απλώς και μόνο για να προλάβουν το θέμα «πριν κρυώσει» το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος κοινού. Αλλά και «ξεφωνημένοι» υπουργοί και πολιτικοί χρησιμοποιούν εκβιαστικά αυτό τον νόμο με στόχο να σταματήσουν τον κριτικό έλεγχο και να κρατούν φιμωμένο τον Τύπο όσο καιρό εκκρεμεί η υπόθεση.

Ωστόσο ο εναγόμενος, ιδίως αν δεν ανήκει στους ισχυρούς των μίντια ή του πλούτου, αν δεν ανήκει στα influential persons, όπως έλεγε η γιαγιά μου, χάνει τον ύπνο του. Στα ελληνικά δικαστήρια ισχύει αυτό που λέει κάποιος καθηγητής της Νομικής: «Όποιος έχει άδικο ελπίζει και όποιος έχει δίκαιο φοβάται». Αρχίζει να προβληματίζεται: «Λες να…;». Και βάζει μύρια όσα στο μυαλό του σχετικά με τους λόγους (και τρόπους) για τους οποίους εκδίδεται μια άστοχη δικαστική απόφαση. Μια απόφαση που θα τον καταστρέψει. Ένας τέτοιος ενάγων, αναθέτοντας την αγωγή σε κάποιο δικηγόρο, δεν έχει ούτε καν την υποχρέωση να εμφανιστεί αυτοπροσώπως στο δικαστήριο. Ο μηχανισμός των δικαστηρίων –αυτό που ο πολύς κόσμος αποκαλεί «η Δικαιοσύνη»– θα κάνει τη δουλειά του· όπως περιμένει και ελπίζει ο ενάγων. Αλλά κι αν δεν την κάνει, δεν χάθηκε τίποτα. Ο μεν εναγόμενος θα ανακουφιστεί με την απόρριψη της αγωγής, ενώ ο ενάγων δεν θα ζημιωθεί ποσώς. Ίσως γλιτώσει ακόμη και τα δικαστικά έξοδα για την βάρβαρα προκλητική αγωγή του.

Όλα αυτά τα καθιστά δυνατά ο ισχύων αισχρός νόμος περί τύπου. Ένας νόμος που σαν σπαθί του Δαμοκλή κρέμεται πάνω από το κεφάλι όποιου θέλει να ασκήσει ελεύθερα και έντιμα το δικαίωμα του δημόσιου λόγου. Οι δε εξουσίες, ιδίως οι νεοπαγείς, δεν έχουν κανένα, μα κανένα λόγο να αλλάξουν ένα τέτοιο νόμο. Καλό είναι να υπάρχει, έστω κι αν γίνεται στοχευμένη ή/και επιλεκτική χρήση του.

Μπροστά σ’ αυτή την ασφυκτική κατάσταση τι μπορούν να κάνουν οι ελεύθερες φωνές; Των πραγμάτων ούτως εχόντων νομίζουμε ότι θα πρέπει να τρομοκρατηθούν οι εκβιαστές. Όποιος, γελοίο ή μη γελοίο πρόσωπο, καταχρώμενος τις δυνατότητες που του παρέχει ο νόμος περί τύπου, ασκεί αγωγή από αυτές που εύκολα βλέπουν ακόμη και οι τυφλοί ότι είναι έκδηλα καταχρηστική, θα πρέπει να μηνύεται για εκβίαση κατά τους όρους του άρθρου 385 του Ποινικού Κώδικα. Διότι ο ψευτο-ενάγων μεταχειρίζεται βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος (δηλαδή ο εναγόμενος). Σημειωτέον ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν επιτρέπεται ούτε η αναστολή ούτε η μετατροπή της ποινής του εκβιαστή. Δηλαδή ο με-αγωγή-εκβιαστής θα πάει στη φυλακή. Εκεί και τότε θα δει πόσα απίδια βάνει ο σάκος. Μόνο έτσι βλέπουμε ότι μπορεί να αναχαιτισθεί αυτή η φάμπρικα των αγωγών, ώσπου να αλλάξει ο νόμος. Και για να αλλάξει, η ΕΣΗΕΑ πρέπει να αντιμετωπίσει συνολικά το ζήτημα και όχι αποσπασματικά, κατά περίπτωση. (Έχουμε υποβάλει σχετικά συγκεκριμένη πρόταση στην πρόεδρο της Ένωσης Συντακτών).

Συνεπώς, ενόψει της θρασύτητας όχι ολίγων περιπτώσεων, καλό θα ήταν η ΕΣΗΕΑ να εξετάσει το ζήτημα και να δώσει τις κατάλληλες κατευθύνσεις στα θύματα των εκβιαστικών αγωγών, παρέχοντάς τους και την ανάλογη στήριξη. Συνελόντι ειπείν: οι θρασείς ενάγοντες θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με τον τρόπο που τους αρμόζει: όπως οι εκβιαστές του κοινού ποινικού δικαίου.

27.3.2015

 

The Athens Review of Books