Γράμμα σ’ έναν νέο –πενηντάρη και βάλε– ποιητή

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Stalin-Kotzias-13.2.15

Εγεννήθη υμίν (ετεροχρονισμένος) ποιητής ή Όταν ο «Ζντάνωφ» γράφει ποίηση

«Ας σημειωθεί ακόμα εδώ ότι τις πρώτες απεργίες[της Αλληλεγγύης]…, τις συνοδεύει η απόδοση του Βραβείου Νόμπελ της Λογοτεχνίας στον άγνωστο πολωνό πρόσφυγα Μίλος (10.9.1980), τόσο άγνωστο, ώστε να μην είναι μεταφρασμένο ούτε ένα ποίημά του στη γλώσσα αυτών που αποφάσισαν να τον βραβεύσουν! (…) Την ίδια μέρα, με την απόδοση του Βραβείου Νόμπελ στον Μίλος η καθοδήγηση της Αλληλεγγύης αρνείται να συμπεριλάβει στο καταστατικό της την παραδοχή του καθοδηγητικού ρόλου του ΠΕΕΚ [Πολωνικό Ενοποιημένο Εργατικό Κόμμα = Πολωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα]».

(Ν. Κοτζιάς, Η Πολωνία κι εμείς, 1982)[1]

Είναι ένας αδικημένος ποιητής. Οι επιδόσεις του σε άλλους τομείς προφανώς έχουν επισκιάσει τη μεγάλη προσφορά του στην Ποίηση. Είχαμε την τύχη να το συνειδητοποιήσουμε, πρώτοι εμείς, κατά τη διάρκεια της δίκης τού και ποιητή Νίκου Κοτζιά με την ARB στο πρωτοδικείο, όπου κάθε φορά που ο μάρτυράς του (πρώην στέλεχος του ΚΚΕ) ή ο δικηγόρος του ανέφεραν ότι «έχει γράψει τόσα επιστημονικά έργα», αυτός πεταγόταν από το ακροατήριο φωνάζοντας: «Και μια ποιητική συλλογή!». Ήταν λοιπόν ευτύχημα για την ελληνική ποίηση η αντιδικία του με ένα περιοδικό σαν την ARB, του οποίου οι κεραίες είναι ευαίσθητες σε θέματα λογοτεχνικής δημιουργίας.

Η σχέση του με την ποίηση είναι βαθιά και μακρά. Στους φίλους του έστελνε τακτικά στίχους, με έναν εξελιγμένο καβαφικό τρόπο. Ένας από τους αποδέκτες των στίχων του ποιητή μας, ο οποίος κάθε φορά που τους διάβαζε έμενε άφωνος (προφανώς από ζήλεια), διατύπωσε το εξής ερώτημα: «Πώς άραγε ερμηνεύεται η επίθεση του Κοτζιά στον Τσέσλαβ Μίλος; Εκτελούσε εντολή του Κόμματος να γράψει ειδικά εναντίον του Μίλος;». Του απαντήσαμε ότι είναι κακοήθεις όσοι διαδίδουν ότι «ως εγχώριος ζντανωφίσκος έκανε επίθεση στον μεγάλο ποιητή και συγγραφέα της Αιχμάλωτης σκέψης». Αποκάλυψε άλλωστε πρόσφατα ότι για όλα όσα έγραψε στα προπαγανδιστικά βιβλία του δεν φταίει αυτός, φταίει «το Κόμμα»: «Ήμουν στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ. Έγραψα κατ’ εντολήν του κόμματός μου πράγματα, π.χ. για την Πολωνία, τα οποία ήταν ανοησίες»
[2]. Είναι αλήθεια ότι την ομολογία ότι υπήρξε πιόνι δεν την περιμέναμε. Αλλά ακόμη και ως πιόνι είχε τις ευαισθησίες του, που τις κρατούσε κρυφές από όλους: έγραφε ποίηση! Το 2000 λοιπόν, που συνέπιπταν τα πενηντάχρονά του με το (μη-Λένιν) millennium, ο Κοτζιάς εμφανίστηκε επισήμως και ως ποιητής, εκδίδοντας τη συλλογή με τον μονολεκτικό-μονολιθικό τίτλο Μονοπάτια. Με την εμφάνιση λοιπόν ενός υπερώριμου ποιητή της Αγάπης-Επανάστασης έκανε ποδαρικό η ανθρωπότητα στον 21ο αιώνα: («Και να ’μαστε, / Να ταξιδεύουμε [με τον Κοτζιά] στον καινούργιο αιώνα. / Καληνύχτα, Αγαπημένη μου αγάπη. / Ονειρέψου την απελευθέρωση»). Έτσι εξηγείται και η επίθεσή του στον Τσέσλαβ Μίλος: στην ανθρώπινη αδυναμία, την αυξημένη περισσότερο στους ομοτέχνους και δη στους ποιητές, βρίσκεται το κλειδί της ερμηνείας αυτής της επίθεσης για την απαξίωση του Μίλος και του Βραβείο Νόμπελ που του απένειμαν οι δόλιοι ιμπεριαλιστές προκειμένου να συκοφαντήσουν τον Υπαρκτό Σοσιαλισμό. Αυτό ήταν που τον τύφλωσε λοιπόν. Το έχει πει άλλωστε ο Ησίοδος, αρχαίος συνάδελφος του Κοτζιά: καὶ κεραμεὺς κεραμεῖ κοτέει καὶ τέκτονι τέκτων, καὶ πτωχὸς πτωχῷ φθονέει καὶ ἀοιδὸς ἀοιδῷ.

Η Ιστορία όμως και η σκιά του «άγνωστου» και «αμετάφραστου» πολωνού πρόσφυγα εκδικούνται. Τα ποιήματα του Κοτζιά παραμένουν, 15 χρόνια τώρα, αμετάφραστα στα σουηδικά! – πράγμα βέβαια απαράδεκτο. Σήμερα, μετά την Υπουργοποίησή Του, είναι η ευκαιρία: εκτός από την πρόταση της άμεσης μετάφρασής τους ώστε να τεθεί υπ’ όψιν της Σουηδικής Ακαδημίας, τώρα που διαθέτει και διεθνές κύρος, και την υποστήριξη της Μεγάλης Μητέρας Ρωσίας του Πούτιν, προτείνουμε να συγκροτηθεί επιτροπή υποστήριξης της υποψηφιότητάς του με πρόεδρο κάποιον εκ των υπουργών-ποιητών[3]. Να σπάσουν επιτέλους την συνωμοσία σιωπής του σύμπαντος για την ποίηση του Κοτζιά, στην οποία επιστρέφουμε πάραυτα.

Υπάρχει μια συνταγή, πάντα η ίδια και πάντα αποτυχημένη, που δυστυχώς ακολουθούν ορισμένοι έφηβοι, όταν εκτός από το άλλο φύλο, φλερτάρουν και με την ποίηση: γλυκερή και μελοδραματική θεματική, κοινότοπη έκφραση, συναισθηματικές εκχύσεις, συνήθως άγουρες και θορυβώδεις. Οι περισσότεροι ευτυχώς δεν συνεχίζουν, είτε γιατί ωριμάζουν, οπότε ο μυαλό πήζει, είτε γιατί η ζωή τούς χτυπάει κάτω σαν χταπόδια κι έτσι έρχονται στα συγκαλά τους. Κερδισμένη πάντα η ποίηση και η αν(τ)οχή μας.

Τι συμβαίνει όμως όταν τα συμπτώματα εμφανίζονται σε αιθεροβάμονα ποετάστρο ο οποίος καλπάζει τα πενήντα και άνω; Τι δηλώνει μια τέτοια χειρονομία όταν ο φέρελπις ποιητής είναι μέγας πολιτικός ινστρούχτορας, αλλά και πανεπιστημιακός, επιπλέον δε πολιτικός Στοχαστής, επιπροσθέτως μάλιστα Πατριώτης αριστερός, κοντά σ’ αυτά και πρασινοκόκκινος σύμβουλος μεγάλων ανδρών του ελληνικού πολιτικού κατεστημένου, συνελόντι ειπείν άνθρωπος των παρυφών της εξουσίας και ιδεολόγος σπουδαρχίδης;

Τι να δηλώνει η παιδαριωδώς οιστρηλατημένη επίνευση και η ποιητική αδεία παιδαριολογία όταν ο εν λόγω εφηβάζων ποιητής τυγχάνει να εκπροσωπεί επ’ εσχάτων μια ολόκληρη χώρα και μάλιστα στο κρίσιμο Υπουργείο Εξωτερικών; Οι πολίτες καλούνται να «αναστοχαστούν» διαβάζοντας τις ποιητικές επιδόσεις του μεγαλορρήμονος Υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά (Μονοπάτια, εκδόσεις Καστανιώτη, 2000), ο οποίος, καθώς δηλώνει στην εισαγωγή της ανάδελφης συλλογής του, έχει στενές σχέσεις με τον στοχασμό και με τα πάθη, με την πολυλογία και με τη σιωπή, με τα αλώνια και τα σαλόνια.

Η AthensReviewofBooks θεωρεί ότι έχει χρέος έναντι των αναγνωστών της, αλλά και έναντι της παγκόσμιας τέχνης, να παρουσιάσει ολίγιστα μεν, λαλίστατα δε δείγματα της λογοτεχνικής δημιουργίας του δημοσίου ανδρός γιατί, πέραν της αισθητικής αξίας της, η δημιουργία αυτή συνιστά μαρτυρία για το πνευματικό ποιόν και τη διανοητική συγκρότηση του επίδοξου υπηρέτη των Μουσών. Ως δημόσιο κείμενο η ποίηση πάντα δηλώνει κάτι και αυτό το κάτι καλούνται οι αναγνώστες μας να αναζητήσουν αφού πάρουν μια πρόγευση.

Πρώτα η πρωτότυπη αφιέρωση με την αναφορά στο «Φωτεινό Μονοπάτι» της ζωής (σας θυμίζει κάτι από μακρινό «επαναστατικό» Περού η φράση αυτή;), όπου «αισθήματα και αισθήσεις αυτοσαρκάζονται» (sic) σε έναν κόσμο που ο ποιητής και οι σύντροφοί του (ευτυχώς λέμε εμείς) δεν πρόκαμαν να αλλάξουν. Μας απειλεί όμως με ένα πελώριο ερωτηματικό που το εκσφενδονίζει στο μέλλον: «Ακόμα;»[4]

Ακολουθεί εισαγωγικό σημείωμα του μουσόληπτου μετέπειτα Υπουργού υπό τον εύγλωττο τίτλο «σκαριφήματα του αγώνα και του έρωτα». Τα σκαριφήματα υποδεικνύουν ότι είμαστε ακόμη στο στάδιο του σχεδιασμού, της προετοιμασίας. Οπότε υπάρχει ακόμη μέλλον λαμπρό. Αφού πάντα ο αγών και ο έρως ένα. Για να μην ξεχνάμε και την παράδοση του λαϊκού ρομαντισμού. Διότι ο υπουργός παιδιόθεν ηράσθη την ποίηση, πρωτίστως ως εργάτης, όχι της θάλασσας αλλά «του πνεύματος» (που πάσχει για τους εργάτες άνευ πνεύματος) και, με θαυμαστή μετριοπάθεια, δηλώνει ότι συντάχθηκε «με το ριζοσπαστικά καινούργιο, με το κίνημα ανατροπής του υπάρχοντος». Βεβαίως του «υπάρχοντος», αλλά γιατί όχι και του μη υπάρχοντος, θα προσθέταμε εμείς. Αφού το κενό πάντα ένα είναι, υπάρχον ή μη υπάρχον.

Έπεται όμως ο υπουργικός ορισμός της ποίησης: «Η ποίηση είναι η απάντηση στη σιωπή του σύμπαντος». Γιατί όχι: η σιωπή του σύμπαντος είναι η απάντηση στην κακή ποίηση; Το σύμπαν πρέπει να σοβαρευτεί και να μην αφήνει αναπάντητες τέτοιες κοσμοϊστορικές προκλήσεις, ιδιαίτερα όταν «ο θόρυβος του ανθρώπου δίνει νόημα σ’ αυτή τη σιωπή», όπως διαπιστώνει ο θορυβών ποιητικός νεοσσός, ο οποίος, όπως συγκαταβατικά μας εξομολογείται, «τον πρώτο συναισθηματικό στίχο τον σκαρφίστηκε στην πέμπτη δημοτικού». Τέτοιο παιδί-θαύμα δεν μπορεί παρά να θριαμβεύσει στη ζωή, όταν μάλιστα συνεχίζει να πολιορκεί την ποίηση με «πολιτικούς στίχους με ρυθμό». Εμβατηρίου, καντάδας, καλαματιανού, ποιος ξέρει;

Το παιδίον όμως ενηλικιώθη και τότε έγραψε τον πρώτο παιάνα για «την 12η ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ και [για την] ανάγκη ανατροπής της χούντας». Το πόνημα όμως προς μεγάλη θλίψη της υφηλίου εχάθη ανεπιστρεπτί. Μόνον όσοι λατρεύουν την τέχνη μπορούν να νιώσουν την απροσμέτρητον απώλειαν. Όπως όμως μαρτυρούν οι ανεμοδείκτες, έχει ο καιρός γυρίσματα. Αφού το κομματικό στέλεχος ξαναωρίμασε, και μάλιστα με γερμανικές περγαμηνές, θυμήθηκε την παλαιά του αγάπη και «άρχισε να ξανασκαρφίζεται μικρές στροφές και γυρίσματα». Η αποκάλυψη του κρυφού πάθους συνετελέσθη το 1998, όταν ο μουσοπόλος ανήρ επάτησε την κρίσιμον ηλικίαν των πεντήκοντα ετών. Τότε έμαθαν, ακόμη και οι κοντινοί του, για τον νταλκά του με τη Μούσα και διάβασαν τους στίχους του, όπου καταθέτει «την ερημιά των ερωτημάτων και τον πόνο των απαντήσεων».

Τα ποιήματα του νεωστί Υπουργού ρέπουν συχνά προς την «σιωπή», όπως όλα τα πρωτόλεια. Γιατί μόνον οι έμπειροι τεχνίτες του λόγου γνωρίζουν και εφαρμόζουν την πασίγνωστη ρήση-συμβουλή του Wittgenstein: «Για όσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε πρέπει να σιωπούμε». Αντίθετα προς την αρχή αυτή, η σιωπή εδώ αναβρύζει πανταχόθεν και είναι λαλίστατη: «Σιώπησα σιωπηρά / Μέσα στη σιωπή. / Μέσα στα πολλά λόγια / Την έκρυψα» («Η πολυλογία της σιωπής»). Μια άλλη ιδιαιτερότητα είναι ο ερεθισμός της ποιητικής έμπνευσης όταν ο ποιητής βρίσκεται εν πτήσει (πραγματικά και μεταφορικά), γι’ αυτό και πολλά ποιήματά του συνοδεύονται με ακριβή χρονική καταγραφή του αεροπορικού ταξιδιού. Ακόμη και η αναμονή της πτήσης τον ωθεί σε βαθυστόχαστους συνειρμούς, όπως στο ποίημα «Καθυστέρηση στο αεροδρόμιο του Ελληνικού».

Αναμφίβολα το συναισθηματικό στοιχείο ξεχειλίζει παντοιοτρόπως, απέχει όμως πολύ από του να μετατραπεί σε ποιητικό λόγο. Συχνά θυμίζει καταγραφές σε μαθητικά λευκώματα, όπως στους στίχους που ακολουθούν, καθώς ο ποιητής ήδη από την αρχή της ποιητικής βίβλου του μας αποκαλύπτει τον σκοπό της ποίησης: «Εμπρός, λοιπόν, τις σημαίες της ποίησης / Θα ξεδιπλώσω. / Τον πόνο τους θα σας πω, / Την αγάπη να θυμίσω. / Τα όνειρα θα ξαναδώ. / Με αυτά θα πορευτούμε» (ποιοι;). Όμως η συναισθηματική επίφαση γίνεται τρόπον τινά πιο λαγγεμένη όταν συνδέεται με την πονεμένη ομολογία για την αποτυχία του «αγώνα» για την αλλαγή του κόσμου(!): «Λαθέψαμε στις απαντήσεις. / Μας πλήγωσαν τα ερωτήματα που χάσαμε. / Όμορφα περάσαμε μέσα στην ασκήμια των πραμάτων» («Η ομορφιά των άσκημων»). Και στο «Όμορφα περάσαμε»: «Τη γνώση [sic] κοπιαστικά διεκδικήσαμε, / Δική μας τη θελήσαμε. / Όμορφα περάσαμε. / Διεκδικώντας / Τον κόσμο που εμείς / Να πλάσουμε θελήσαμε» – όπου γνώση είναι βέβαια ο «επιστημονικός σοσιαλισμός». Αυτό το «όμορφα περάσαμε» (όπως το ομαδικό τραγουδάκι στο τέλος των σχολικών μας εκδρομών: «τα περάσαμ’ όμορφα, όμορφα, όμορφα…») εμφανίζεται διαχρονικά στην ποίησή του, και δεν έχουμε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Από υφολογικής απόψεως η «ασκήμια των πραμάτων», εκτός που βροντάει σαν Όλυμπος και αστράφτει σαν Γκιώνα ή σαν παλαιοδημοτικός τενεκές, δεν συνάδει με την εντελώς παιδική αντίδραση του «όμορφα περάσαμε» (τραλαλά).

Τα πράγματα (και όχι τα πράματα) γίνονται χειρότερα όταν ο φοιβόληπτος στιχουργός, ως «λαθρεπιβάτης ιδεών» καταθέτει έναντι της υφηλίου το αμείλικτο ερώτημα: «Είδατε ποτέ αισθήματα να αυτοκτονούν;». Πρέπει να ομολογήσουμε ότι αδυνατούμε να κατανοήσουμε εάν πρόκειται περί ρητορικής ερωτήσεως ή σοβαρής προκλήσεως. Όπως και αν έχει το ερώτημα είναι της τάξεως εκείνης που μπορεί να προκαλέσει στον αναγνώστη ανεπανόρθωτη βλάβη – μέχρις αυτοχειριασμού. Όμως, τύχη αγαθή, ο προνοητικός λάτρης του ποιητικού Παρνασσού μας επαναφέρει στη σκληρή πραγματικότητα σε μια φοβερή έκλαμψη λόγου που του συνέβη όχι καθ’ οδόν προς τους Εμμαούς της κομματικής Ορθοδοξίας, αλλά «καθ’ οδόν από τη Βιέννη προς Αθήνα». Στη διαδρομή συνέλαβε και διατύπωσε το μέγα ζήτημα των ημερών με αξιοζήλευτη ποιητική πρωτοτυπία: «Και να που ο χρόνος της παγκοσμιοποίησης / Ατέλειωτα σκληρός είναι».

Είναι τόσο σκληρός αυτός ο χρόνος που ο μελλοντικός υπουργός καταφεύγει για παρηγοριά στην τέχνη, εκεί όπου συναντά αισθητικά τη γραφή και σε μια μελοδραματική έκρηξη συναισθημάτων αποτυπώνει ποιητικά τη συγκίνησή του. Θαυμάστε λοιπόν ωριμότητα της γραφής: «Στο βάθος των πληγών μου / Θα κολυμπήσω. / Στο βυθό του ανεκπλήρωτου / Ονείρου / Θα καταδυθώ. / Και θα ξεχάσω» («Μνήμη»). Αυτό συμβουλεύουμε κι εμείς τον αναγνώστη: να ξεχάσει. Γιατί ο ποιητής εν τέλει δεν ξεχνά: «Στον Οδηγητή και στη Διαλεκτική, / Γνώρισα τη γνώση, τη συντροφικότητα, το κουράγιο» («Σε δυο συντρόφισσες αδελφές»). Το ξεδίπλωμα των σημαιών της ποίησης στους στίχους του ξεκινά από την απλή εξομολόγηση στο αγαπημένο πρόσωπο και φτάνει ως την μεγάλη Δύσκολη που είναι η μεγάλη αγάπη, η Επανάσταση. Δεν θα επιμείνουμε εδώ καθώς γνωρίζουμε με φρίκη από άλλα κείμενά του τι είδους Αγάπη-Επανάσταση οραματίζεται ο ποιητής.

Πώς όμως θα μπορούσε να λείψει από τέτοια ποιητική πανδαισία και η πολιτική συνείδηση (ακόμη και η κομματική ένταξη) ενός ευαίσθητου ανθρώπου που θέλει να μας σώσει από τον συμβιβασμένο εαυτό μας; Ο ποιητής είναι λαύρος, έστω και απογοητευμένος, επαναστάτης. Σαν εραστής πληγωμένος που έχασε τον πραγματικό έρωτα και ζει με το φάντασμά του: «Χώρισαν οι δρόμοι μας, / Χωρίς ηγεσία βρεθήκαμε και οι δύο, / Στο κόμμα εσύ, / Εμείς μακριά από κόμματα. / Κι όμως, στα ίδια ιδανικά / Ερωτευμένοι παραμείναμε». Δεν παραλείπει βέβαια να τιμήσει ποιητικά, τι άλλο, «τα παιδιά της ΚΝΕ», με στίχους ασύλληπτης κοινοτοπίας και ακαλαισθησίας τους οποίους παραθέτουμε στο τέλος του παρόντος (περιορισμένων λογοτεχνικών φιλοδοξιών) πονήματος.

Επειδή όμως τα αριστερά οράματα του πολιτικά ευαίσθητου στιχουργού υπερβαίνουν τα ελληνικά σύνορα και αποκτούν διεθνή χαρακτήρα, είναι εύλογες οι ανάλογες αναφορές, όπως αυτή στην παραδείσια δικτατορία της Κούβας, που τον φανερώνει να λιώνει σαν ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο (δυστυχώς άνευ πούρου): «Οι εργάτες του Τσε στα / ζαχαροκάλαμα της Αβάνας / Το πλάνο τους να γλυκάνουν θέλανε / Και εγώ χωμένος / Βαθιά μέσα σου / Ζάχαρη που λειώνει έγινα». Μετά από τέτοια ποιητική cornocupia, και με την γλύκα των «πλάνων» (πεντάχρονων ή μη), δεν μπορούμε παρά να κατανοήσουμε την καθίζηση του ελευσόμενου Υπουργού, όταν τον σάρωσε η λαίλαπα του 1989:

«Άνοιξα πληγές. / Έγλειψα πάνω μου το 1989. / Εγώ ο μπάσταρδος σκύλος αυτού του κόσμου».

Την «ποίησή» του την στοιχειώνει το «1989». Συνεχώς θρηνεί για το «1989», γιατί τότε απελευθερώθηκαν οι χώρες από τον ολοκληρωτισμό, την προπαγάνδα του οποίου υπηρετούσε με τόσα βάρβαρα κείμενα κατ’ εντολήν, όπως λέει, του «Κόμματος». Θρηνεί για τον κόσμο που έχασε το 1989 και αγωνίζεται να τον νεκραναστήσει. Γι’ αυτό άλλωστε έφυγε θορυβωδώς από το ΚΚΕ για να πάει πιο αριστερά, πιο επαναστατικά, στο ΝΑΡ και από ’κεί αλλού και αλλού….

Οι έως τώρα αναφορές μας είναι στη συλλογή που εκδόθηκε το 2000 και περιλαμβάνει «ποιήματα» της περιόδου 1997-2000. Για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη του ποιητή, παραθέτουμε τους πολύ πρόσφατους στίχους, που έγραψε στις 7 Νοεμβρίου 2014, επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Πρόκειται για έναν ακόμη ύμνο στη σταλινική νομοτέλεια:

«Δήμο σύντροφε του ’89, / αγωνιστή του παράνομου ΟΔΗΓΗΤΗ, / διανοούμενε της ΚΟΜΕΠ και των Θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ, / φίλε καλέ τού ΠΡΑΤΤΩ / Θα μας λείψεις. // Δήμο σύντροφέ μας, μου λείπουν οι κουβέντες και τα σχόλια / Για τα υπό διαμόρφωση άρθρα στην ΚΟΜΕΠ, / Να σε βλέπω στο απέναντι δωμάτιο να συμβουλεύεις με αυταπάρνηση / τη νέα γενιά των αρθρογράφων. / Να τους παίρνεις από το χέρι / και μυστικά / Να τους βάζεις στα βάθη της θεωρίας. /…. / Σε θυμάμαι στο ’90, τότε που φτιάχναμε το φόρουμ της αριστεράς / Το ενωτικό Περιοδικό «Άλφα». / Ποια συζήτηση να ξεχάσω μέσα στον νέο αιώνα, τον 21ο αιώνα; / Για την αριστερά και την ενότητά της, για την αριστερά που ονειρευόμασταν / … / Φυσικά και δεν υπακούσαμε, τώρα έρχεται η εποχή μας / Πέσαμε σε τόσους χειμώνες που ξεχάσαμε την άνοιξη / Ξεχάσαμε ότι θα έρθουν ξανά καλοκαίρια. / Και θα έρθουν! / Εκεί θα είσαι μαζί μας / θα κολυμπάμε μαζί στην αλλαγή της ιστορίας / Μέσα στη σκυφτή και άκαρδη εποχή των μνημονίων / Τα όπλα δεν παραδώσαμε.»[5]

Παρ’ όλο που ήταν η επέτειος της επανάστασης των μπολσεβίκων, φαίνεται πως δεν ήταν ημέρα μεγάλης έμπνευσης για τον Κοτζιά, καθώς αναδιατύπωνε το ποίημα «Στα παιδιά της ΚΝΕ» το οποίο είχε γράψει προ δεκαπενταετίας για τον Γ. Γράψα του ακροαριστερού γκουπούσκουλου ΝΑΡ, και συγκεκριμένα στις 16 Ιανουαρίου 2000:

«Όμορφα περάσαμε / Μέσα στης ασχήμιας τα πράματα. / Φυσικά και δεν υπακούσαμε, / Τώρα έρχεται η εποχή μας. / Με άρωμα κοινωνικής απελευθέρωσης /…/ Πέσαμε σε τόσους χειμώνες, / που σχεδόν ξεχάσαμε τα καλοκαίρια της νιότης. /… / Αμφισβητήσαμε την υπάρχουσα των πραγμάτων τάξη, / …/ Μέσα στη σκυφτή και άκαρδη εποχή μας / Τα όπλα δεν θελήσαμε να παραδοθούν. / Της προσπάθειας τη γοητεία μαζί / Τρυφερά γνωρίσαμε. / Όμορφα περάσαμε, / Μας λείπεις.).

Εδώ όμως, πρωτίστως από φιλάνθρωπη διάθεση προς τους αναγνώστες, πρέπει να σταματήσουμε. Άλλωστε ο στιχουργός-τότε μέλλων Υπουργός θα μπορέσει τώρα να εφαρμόσει επάνω μας (ως εθνική συλλογικότητα) τα θάματα και τα οράματά του, οπότε και το ποιητικό του πρωτόλειο αποκτά αναδρομικά άλλη αξία και άλλο νόημα. Κρίμα όμως που δεν διάβασε έγκαιρα τα «Γράμματα σε έναν νέο ποιητή» του Ρίλκε. Αν το είχε κάνει, είναι πολύ πιθανό ότι και η ποίηση θα γλίτωνε και εμείς δεν θα είχαμε υποστεί την εξοντωτική δοκιμασία να τον αναγνώσουμε.

 

The Athens Review of Books

 

 


[1] Ν. Κοτζιάς, Η Πολωνία κι εμείς, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982, σ. 19-20.

[2] DerSpiegel, 9 Φεβρουαρίου 2015. Στην ποιητική συλλογή Μονοπάτια γράφει, ανάμεσα σε άλλα, και τον στίχο: «Δεν μπόρεσα τους Πολωνούς να γνωρίσω.» («Στην πτήση από Βαρσοβία προς Αθήνα, ώρα 1.00 πρωί, 1.10.1998»). Η ARB έχει κάνει τα πάντα για να τον γνωρίσουν οι Πολωνοί.

[3] Διάφοροι υπουργοί εμφανίζονται και ως ποιητές. Όμως κανείς δεν δημοσίευσε τα σαχλά στιχάκια του αφού πρώτα καθύβρισε έναν Τσέσλαβ Μίλος ή κάποιον άλλο μεγάλο ποιητή. Γι’ αυτούς απλώς ισχύουν αυτά που έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης: πόσο θλιβερό είναι το θέαμα ανθρώπων αναγνωρισμένων στον επαγγελματικό τους χώρο (γιατρών, δικηγόρων, επιχειρηματιών, διαφημιστών κ.ά.) που γράφουν άθλιους ή μέτριους στίχους (πράγμα οπωσδήποτε ευαίσθητο και καταπραϋντικό για τις στιγμές μοναξιάς τους), τους οποίους όμως, αντί να κρατήσουν για τον εαυτό τους, όχι μόνο τους τυπώνουν, (ενέργεια που φανερώνει μια προβληματική σχέση με την ποίηση), αλλά και τους προβάλλουν, φιλοδοξώντας να αναγνωριστούν ως ποιητές (πράγμα που γεννά σκέψεις για την εν γένει σοβαρότητά τους). Η περίπτωση Κοτζιά είναι λοιπόν ιδιάζουσα, ανεπανάληπτη και πολύ βαριά.

[4] «Ένα Φωτεινό Μονοπάτι στη ζωή με τους φίλους / και τους συντρόφους, τα αισθήματα / και τις αισθήσεις που αυτοσαρκάζονται / με τα ερωτήματα σε έναν κόσμο / που δεν τον αλλάζαμε (ακόμα;)».

[5] http://www.nikoskotzias.com/, ανάρτηση 7 Νοεμβρίου 2014.