Ντάνιελ Μέντελσον

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Ο κριτικός στοχασμός του ανθρώπου των γραμμάτων

ARB_58-mendelsohnΑπό τον ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟ

Ο στοχασμός σημαδεύει ένα στόχο. Ο στοχαστής εστιάζει τη σκέψη του σε ένα σαφώς καθορισμένο στόχο. Συλλογίζεται με θεωρητική διάθεση συγκεκριμένα φαινόμενα ή γενικά ζητήματα τοποθετώντας τα σε καλλιτεχνικά, φιλοσοφικά, πολιτικά και άλλα συμφραζόμενα. Αντλεί από τομείς οργανωμένης γνώσης και σέβεται τους κανόνες της συστηματικής έρευνας. Τον διακρίνουν υψηλός προβληματισμός και διαλεκτική προσέγγιση. Τον διαπνέει μια αίσθηση ευθύνης απέναντι στα έργα και τους δέκτες τους. Ο στοχαστής είναι συγκροτημένος, και με την σειρά του συγκροτεί.

Ο στοχαστικός λόγος δεν αναπτύχθηκε στην κριτική και δοκιμιογραφία της νεώτερης Ελλάδας. Αυτή η διαπίστωση είναι κοινή, όμως τόσο απωθημένη που αξίζει να επαναλαμβάνεται. Δεν υπάρχει τέτοιος λόγος διότι τον απέρριψε η αγορά και τον επισκίασε η λογοτεχνία. Για παράδειγμα, σήμερα η κριτική σκέψη περιορίζεται στον σχολιασμό (Ζήρας, Θεοδοσοπούλου, Κοτζιά, Κουτσουρέλης, Μαρωνίτης) και την δημοσιογραφία (Καλαμαράς, Μπακουνάκης, Μπογδάνος, Πιμπλής, Σελλά). (Υπάρχουν κάποιες αξιόλογες επιστημονικές επιδόσεις σε διάφορους κλάδους, όμως αυτές προορίζονται για τους ειδικούς). Αυτό που απουσιάζει και από τον σχολιασμό και από την δημοσιογραφία είναι το πιο βασικό, η διανόηση. Το έθνος αισθάνεται και φαντασιώνεται, δεν στοχάζεται.

Δεν μας παραξενεύει (ούτε κανείς έχει παραπονεθεί) που το νεοελληνικό δοκίμιο απουσιάζει από τις παγκόσμιες ανθολογίες, βιβλιογραφίες και συζητήσεις. Τα ελάχιστα έργα που μεταφράστηκαν ή αγνοήθηκαν (Λορεντζάτος) ή επικρίθηκαν (ο Οιδίπους του Ράμφου με εισαγωγή …Ολυμπίας Δουκάκη). Ο Ελλαδίτης δοκιμιογράφος είναι άμοιρος της μεγάλης παράδοσης του είδους από την Ρωσία ώς την Αμερική κι από τον Βρετανικό Ρομαντισμό ώς τον Καραϊβικό μεταμοντερνισμό. Το φάσμα των ενδιαφερόντων του το έχουν ήδη καλύψει ο Πολυλάς, ο Αποστολάκης, ο Αργυρίου και ο Μαλεβίτσης.

Αλλά και η κριτική δεν είναι καλύτερη. Μια ματιά σε περιοδικά όπως ο Νουμάς, η Νέα Εστία, Τα Νέα Γράμματα, η Επιθεώρηση Τέχνης, τα Μακεδονικά Γράμματα και το Θέατρο προκαλεί θυμηδία. Είναι δυνατόν να υπήρχε κοινό που διάβαζε Θρύλο, Μαλάνο, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, Αυγέρη, Χατζίνη, Σαχίνη ή Δαλμάτη; Και όμως τέτοιους διάβασαν, τέτοιους εμπιστεύτηκαν, τέτοιους βράβευσαν. Υπήρξαν και ελάχιστες λαμπρές εξαιρέσεις (όπως η Κριτική, οι Μαρτυρίες/Σημειώσεις, ο Χάρτης και το Πλανόδιον), που έδειξαν το χάσμα μεταξύ καλλιλογίας και στοχασμού, όμως δεν δημιούργησαν παράδοση, όσο κι αν το θέλησαν, διότι ο ελλαδίτης κριτικός δεν κρίνει – αρθρογραφεί και βαθμολογεί.

Οι λόγοι είναι πολλοί. Ο κριτικός είναι δημοσιογραφικά ενημερωμένος αλλά φιλοσοφικά απαίδευτος: γνωρίζει άπειρα για πάμπολλους, τα οποία όμως δεν συνιστούν υποδομή αλλά συμπίλημα περιστασιακών αναφορών σε κάποιον Έκο ή Ζίζεκ που ανέφερε η Libération, το Φιλολογικό Παράρτημα των Times ή κάποιο ελλαδικό ιστολόγιο. Έχει γνώμες για όλα και γνώσεις για ελάχιστα (κυρίως ποτά και ποιήματα). Επικαλείται πανανθρώπινες και αυταπόδεικτες αξίες που δεν χρειάζονται τεκμηρίωση, μόνο υπεράσπιση από τους κάθε είδους «ανθέλληνες». Λατρεύει τον Χάρολντ Μπλουμ επειδή επιμένει ότι οι σπουδαίοι σχολιαστές αποστηθίζουν, ενώ οι κατώτεροι (γυναίκες, αριστεροί, τριτοκοσμικοί) αποδομούν. Εργάζεται εμπειρικά και χειρωνακτικά χωρίς να διαλέγεται με καμιά παράδοση, δυτική ή άλλη: και μόνο το όνομά του πάνω από το κείμενο εγγυάται την αλήθεια των ισχυρισμών του.

Τέτοιες αποκαρδιωτικές σκέψεις προκαλεί μια έστω και μερική επισκόπηση ενός αξιόλογου στοχαστή, του Ντάνιελ Μέντελσον. Οι ερωτήσεις που του κάνουν οι Έλληνες συνομιλητές του αφορούν την εθνοτική και σεξουαλική του ταυτότητα και την αγάπη του για την ελληνική λογοτεχνία. Εδώ θα παραμερίσουμε αυτά τα απολύτως θεμιτά ζητήματα, στα οποία έχει αναφερθεί επανειλημμένα, για να δούμε την γενικότερη εικόνα του έργου του.

Πρόκειται για έναν αντιπροσωπευτικό άνθρωπο των γραμμάτων και των τεχνών του εικοστού πρώτου αιώνα. Είναι κριτικός, δοκιμιογράφος, συγγραφέας, μεταφραστής και καθηγητής πανεπιστημίου. Δημοσιεύει σε έντυπα, επιθεωρήσεις, εφημερίδες, επιστημονικά περιοδικά, ιστοσελίδες και μπλογκς. Τα γραφτά του ασχολούνται με πεζογραφία, ποίηση, μεταφράσεις, βιογραφίες, θέατρο, όπερα, χορό, τέχνη, κινηματογράφο, τηλεόραση, μόδα, πολιτική και άλλα. Δεν εντυπωσιολογεί, δηλαδή δεν πρωταγωνιστεί όταν σχολιάζει. Δεν εντυπωσιάζει, δεν γράφει για να τον θαυμάσουν. Συγκρίνει και διαπιστώνει, δεν αποφαίνεται. Παρά το μέγα εύρος της παιδείας του βάζει φραγμούς και ακολουθεί κανόνες: κάθε φορά λαμβάνει υπεύθυνα υπ’ όψιν τι επικοινωνιακό μέσον χρησιμοποιεί και ποιο είναι το κοινό του. Δεν κάνει πραγματολογικά λάθη: το κάθε τι είναι διασταυρωμένο και ακριβές. Δεν έχει ομοιογενείς απόψεις: δεν μαντεύεις από την αρχή του κειμένου πού θα καταλήξει, επειδή δεν αντλεί από μια κοσμοθεωρία. Αυτό που συνέχει όλο το έργο του είναι η παιδεία και ο συστηματικός στοχασμός, με τον οποίο προσεγγίζει τον δυτικό πολιτισμό στο ιστορικό του βάθος και το θεματικό του πλάτος. Τον απασχολούν εξίσου τόσο το ύφος και είδος κάθε έργου όσο και οι μηχανισμοί παραγωγής και κυκλοφορίας του.

Σε όποιον είναι εθισμένος στην ελλαδική κριτική σκέψη ο Μέντελσον επιφυλάσσει δύο εκπλήξεις. Πρώτον, αντιμετωπίζει τον αναγνώστη σαν συνομιλητή. Επιδιώκει να τον κάνει να αισθανθεί ότι συμμετέχει σε διάλογο ίσων και τον ενθαρρύνει να σχηματίσει την δική του γνώμη. Δεύτερο, και πιο εντυπωσιακό, είναι πως δεν κάνει μνησίκακες νύξεις για ανώνυμους συναδέλφους. Στερεί δηλαδή τον θιασώτη της ελλαδικής κριτικής από τη μεγαλύτερη ερμηνευτική του απόλαυση, το να διαβάζει ένα κείμενο και να σπαζοκεφαλιάζει: «Μα ποιον εννοεί εδώ αυτός ο μαλάκας – τον αντίζηλό μου; τον εκδότη μου; τον γκόμενό μου; τον πρόεδρο της επιτροπής βραβείων;». Διαβάζοντας Μέντελσον, ακόμα κι αν ξέρεις καλά τους πολιτιστικούς κύκλους της Ανατολικής Ακτής, ποτέ δεν αναρωτιέσαι σε ποιους αναφέρεται, επειδή απλούστατα συλλογίζεται, δεν κουτσομπολεύει.

Ο Μέντελσον αφορμάται από μεμονωμένα έργα για να θέσει γενικά πολιτιστικά ζητήματα τα οποία προσεγγίζει με τα εφόδια μιας σφαιρικής παιδείας κι ενός συστηματικού στοχασμού. Αναφέρεται συχνά σε θέματα γραφής, μετάφρασης, ερμηνείας, αυτοβιογραφίας, θεατρικότητας, φύλου, καταγωγής, έρωτα, πολιτικής, αλλά και σε μουσεία, βιβλιοθήκες, βραβεία και ταξίδια. Ακόμα κι όταν ο αναγνώστης δεν γνωρίζει το αντικείμενό του ή δεν ενδιαφέρεται για το θέμα, πάντα αποκομίζει κάτι αξιόλογο, επειδή ο κριτικός μεριμνά για το παρελθόν και το μέλλον της δυτικής παράδοσης χρησιμοποιώντας μεθοδικά μερικά από τα καλύτερα εργαλεία της.

Ο αναγνώστης της AthensReviewofBooks θα έχει ήδη αγανακτήσει με τις διαπιστώσεις μου και θα διαμαρτύρεται: «Μα κι εμείς στην πατρίδα μας αυτό δεν κάνουμε; Σε τι υστερούμε από τους ξένους;». Αλλά στα ερωτήματα αυτά απαντούν οι ίδιοι οι ξένοι εδώ και δύο αιώνες, αδιαφορώντας παντελώς για τον ελληνικό στοχασμό επειδή τον αναζήτησαν και δεν τον βρήκαν. Έτσι μεταφράζουν από Καβάφη, Καρυωτάκη, Ελύτη και Ρίτσο ώς Πατρίκιο, Ρουκ, Δημουλά, Λαϊνά, Βλαβιανό και Χουλιάρα αλλά κανένα σχολιαστή τους. Από ένα προσεκτικό διάβασμα του Μέντελσον θα μπορούσε κάποτε να ξεκινήσει μια συζήτηση όχι για το πόσο διαβασμένοι είναι οι Ελλαδίτες, αλλά για το γιατί ο νεώτερος πολιτισμός τους έχει κάνει τον στοχασμό δομικά αδύνατο και θεσμικά ανεπίτρεπτο.

Η έλλειψη πεπαιδευμένου στοχασμού δεν εντοπίζεται μόνο σε εφημερίδες, περιοδικά, προγράμματα παραστάσεων και το διαδίκτυο. Κυριαρχεί σε όλο το πολιτιστικό πεδίο. Τα αρχεία είναι δυσπρόσιτα, οι αρχαιολογικοί χώροι κλειστοί, οι βιβλιοθήκες αφιλόξενες, οι πινακοθήκες υπό ανακαίνιση, τα διατηρητέα εγκαταλειμμένα, τα σπουδαστήρια ανενημέρωτα. Αυτά δεν συμβαίνουν λόγω οικονομικής ένδειας ή διοικητικής δυσκαμψίας, αλλά λόγω μορφωτικής και στοχαστικής ραστώνης. Δεν φταίει η τρέχουσα κρίση για τέτοιες θλιβερές καταστάσεις που επικρατούν τουλάχιστον εδώ και ένα αιώνα. Λίγα ιδρύματα λειτουργούν επειδή λίγοι έχουν στοχαστεί τι θα όφειλαν να εξυπηρετούν αυτά τα ιδρύματα. Στην Ελλάδα τα μνημεία, τα άπαντα, τα γλυπτά, τα χειρόγραφα, τα ντοκουμέντα είναι όλα στην θέση τους. Αυτό αρκεί, επειδή η αξία τους θεωρείται αυταπόδεικτη. Ο στοχασμός θα κινδύνευε να τα αμφισβητήσει. Χρειάζονται συντήρηση, όχι διανόηση.

Αντίθετα, τα πολυσχιδή γραπτά του Μέντελσον βγαίνουν από μια ερεθιστική τριβή με έργα, θεσμούς, συνομιλητές και διακυβεύματα. Απηχούν πολλούς επάλληλους πολιτιστικούς κύκλους, που εφάπτονται ή συγκρούονται αλλά πάντως βρίσκονται σε διαφορετικά είδη επαφής. Είναι έργα ενός δραστήριου ανθρώπου των γραμμάτων και των τεχνών που συμμετέχει στα τεκταινόμενα της εποχής του αποτιμώντας προηγούμενες εποχές και προετοιμάζοντας επόμενες.

Τρεις καταληκτήριες διευκρινίσεις. Αναφέρομαι μόνο σε συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα. Αναφέρομαι μόνο στις ανθρωπιστικές επιστήμες, όχι στις κοινωνικές (ιστορία, ανθρωπολογία, κοινωνιολογία κ.λπ.), όπου τα πράγματα είναι καλύτερα. Αναφέρομαι μόνο σε όσους ασχολούνται με τον δοκιμιακό και κριτικό λόγο, όχι με τους λεγόμενους δημόσιους διανοούμενους ούτε με όσους έχουν μόνο επιστημονικά δημοσιεύματα, επειδή ο χώρος είναι πολύ περιορισμένος. Τέλος, ναι, υπάρχουν και ελάχιστες αξιολογότατες περιπτώσεις οξυδερκών στοχαστών, αλλά, εφόσον ο κριτικός λόγος δεν κυκλοφορεί εκτός Ελλάδος, αναγκαστικά κι αυτοί οι στοχαστές απευθύνονται ενδοσκοπικά σε ένα εγχώριο κοινό και δεν αφήνουν διαδόχους (όπως έγινε με τον Νικολαρεΐζη, την Βακαλό και τον Λεωτσάκο). Τελικά έχουν την ίδια τύχη με τις γάτες τ’ Αϊ-Νικόλα:

 

Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
Παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι.