Category Archives: Ειδήσεις

ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΒΛΑΣΗ ΚΑΝΙΑΡΗ

kaniaris1-blogH παρακάτω συνέντευξη του Βλάση Κανιάρη (1928-2011) δόθηκε στην επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, στις 25 Μαΐου 2004, ενόψει της έκθεσης «Διαδρομές 1957-2004» που πραγματοποιήθηκε με επιμέλεια της τελευταίας στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων (12 Ιουλίου – 15 Σεπτεμβρίου 2004).
Επιφυλακτικός, μαζί και πράος, αυστηρός, μοναχικός και μάλλον δύσκολος στην επικοινωνία, ο Βλάσης Κανιάρης δεν δίνεται πια άνευ όρων στον ουδέτερο συνομιλητή του. Αντίθετα, ομιλητικότατος και χειμαρρώδης γίνεται όταν επιζητείται ο διάλογος πάνω στην τέχνη και τότε χαρίζει ανεπιφύλακτα την οξυδέρκεια της παρατήρησής του, τη σαφήνεια της σκέψης του, όταν προσηλωθεί στη σημερινή ανθρώπινη κατάσταση, του καλλιτέχνη και των Άλλων. Τότε μιλά για την όχι πάντοτε εύκολη ζωή του μέσα στην τέχνη και τα πράγματα, για τον κόσμο που μέσα του ζούμε όλοι εμείς μαζί του και μαζί με την τέχνη του. Στο σημείο αυτό ο Βλάσης Κανιάρης είναι συμπατριώτης όλων των σκεπτόμενων καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν με νέες έννοιες και περιεχόμενα τη μεταπολεμική δυτικοευρωπαϊκή τέχνη και εκσυγχρόνισε τη νεοελληνική. Εκτιμήθηκε τη σωστή στιγμή, από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά μουσεία στη Ρώμη, το Παρίσι, τη Γενεύη, τη Γάνδη, το Μπόχουμ, το Ντόρτμουντ, το Χάγκεν, τα οποία απέκτησαν έργα του, πολλά από αυτά μάλιστα πολύ περισσότερα από ένα ή δύο. Δραστήριος μέχρι και τη στιγμή αυτή, δεν θα μπορούσε να διαψεύσει την άποψη ότι ο δημιουργός δεν αποσύρεται, δεν «συνταξιοδοτείται», δεν ξενοιάζει ποτέ. Είναι κατά κάποιο τρόπο καταδικασμένος να δουλεύει συνεχώς. Μας περιποιεί τιμή ότι η καταγωγή του είναι ελληνική· μόνο ο δημόσιος χώρος της χώρας μας έχει αμελήσει να του ανταποδώσει τα ίσα.
Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη: Δεν θα επεκταθούμε πάρα πολύ στο γενικό θέμα της δουλειάς σας, κύριε Κανιάρη, μην ανησυχείτε, άλλωστε για το έργο σας έχουν ήδη γραφτεί τα σπουδαιότερα. Παραπέμπω στα νεότερα κείμενα των συναδέλφων Μανώλη Μαυρομμάτη το 1988[1], Μάνου Στεφανίδη το 1989[2] και Άννας Καφέτση το 1999[3], αφήνοντας κατά μέρος –για λόγους οικονομίας– όσα πάμπολλα γράφτηκαν για σας στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1950, την Ιταλία και τη Γαλλία τον καιρό που εκθέτατε εκεί και βεβαίως τη μονογραφία που γράφτηκε το 1992 στη Γερμανία.
Βλάσης Κανιάρης: Όχι, όχι, δεν πειράζει, σας ακούω.
Μ.Ζ.Κ.: Η διαπίστωση που κάνω όλο και συχνότερα είναι ότι δεν συνομιλούμε αρκετά με τους καλλιτέχνες, ενώ οφείλουμε πολύ περισσότερο να υιοθετούμε την καθαρή διερευνητική ματιά τους, τόσο για τα ζητήματα της δουλειάς του, όσο και γενικότερα για τη στάση τους απέναντι σε ό,τι σχετικό που τυχαίνει να γνωρίζει εξ αντικειμένου πολύ καλύτερα από ορισμένους από εκείνους τους θεωρητικούς που ονομάζω απλώς «φιλότεχνους» και όχι αναλυτές.
Β.Κ.: Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω.
Μ.Ζ.Κ.: Από κοινού, νομίζω πήραμε την απόφαση να μη γραφεί εισαγωγικό «κείμενο της επιμελήτριας», από αυτά τα κατά κανόνα δύσληπτα όσο και ανιαρά γραπτά που επαναλαμβάνουν σε γενικές γραμμές ήδη γνωστά πράγματα και τα οποία ούτε ο ίδιος ο καλλιτέχνης –πόσο μάλλον ο επισκέπτης μιας έκθεσης– διαβάζει, αλλά να μιλήσουμε για συγκεκριμένα πράγματα που θα διαφωτίζουν κάπως τη θεματολογία της έκθεσής μας και που ίσως θα αποτυπώνουν τη σημερινή κατάσταση στη σχέση δημιουργού-κοινού: Έχουμε μπροστά μας μια έκθεση που θα μπορούσε να είναι μια μικρή αναδρομική, αλλά θα προτιμήσουμε να τη δούμε ως μια παρουσίαση των σταθμών του έργου σας για πρώτη φορά στα Χανιά.
Β.Κ.: Για πρώτη φορά στην Κρήτη, θα έλεγα. Σωστά, να μη γίνει αναδρομική, και εγώ συμφωνώ. Δείχνω απλά δουλειά από αρκετά παλιά, όχι πάρα πολύ παλιά, αλλά από κάποιο σημείο που υποτίθεται ότι είμαι πιο πολύ εγώ και πιο πολύ ξεκαθαρισμένος. Επειδή δεν απορρίπτω καμιά περίοδο, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει συνήθως, που ξαφνικά πετυχημένοι καλλιτέχνες εμφανίζονται σαν μέσα από παρθενογένεση από μια περίοδο και πέρα, πράγμα που ποτέ δεν κατάλαβα, εμείς παρουσιάζουμε όσα έχω κάνει τα οποία εγκρίνω όλα, με τα οποία συμφωνώ και για τα οποία, κατά τη γνώμη μου, έχω παλέψει.
kaniaris2-blogΜ.Ζ.Κ.: Αυτό που λέτε είναι πάρα πολύ σημαντικό, και με τη λογική αυτή, ακόμα και ο μη υποψιασμένος θεατής θα παρατηρήσει ότι υπάρχει πράγματι μια ενότητα που συνδέει τη σκέψη σας διαχρονικά με τα έργα. Είτε αυτά είναι από τη δεκαετία του 1950, είτε του 2003. Θα συμφωνούσατε με αυτό;
Β.Κ.: Τα έργα ήταν πάντα για μένα μια απεικόνιση των ζητημάτων που με απασχολούσαν και με απασχολούν, που δεν είναι ούτε απέραντα ούτε τα εφευρίσκω. Είναι δυστυχώς πάντα τα ίδια. Επανέρχονται ίσως με άλλο κοστούμι. Πιθανώς ορισμένα πράγματα να έχουν αλλάξει μορφολογικά, πρόθεσή μου όμως είναι πάντα, όσα με απασχολούν, που δεν έχουν αλλάξει ιδιαίτερα, να γίνουν σαφέστερα.
Μ.Ζ.Κ.: Είναι ίσως αυτά τα προβλήματα συνδεδεμένα με την Ελλάδα και αν ναι, σε ποιο βαθμό;
Β.Κ.: Κοιτάξτε, έφυγα από την Ελλάδα σε μια ηλικία όπου είχα πια όλα τα παιδικά, τα εφηβικά και ενήλικα βιώματα, κατά συνέπεια δεν μπορώ να πω ότι ξεριζώθηκα απότομα από το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσα. Το αντίθετο συμβαίνει συνήθως σε εκείνους που δεν έχουν κανένα υπόστρωμα, καμιά ρίζα, είτε πολιτιστική, είτε μορφωτική, είτε ηλικιακή. Εγώ δεν ανήκα σε αυτή την κατηγορία και, είτε το ήθελα είτε όχι, τα ελληνικά πράγματα επανέρχονταν. Όμως τα προβλήματα που με απασχολούσαν δεν ήταν τοπικά ελληνικά. Εδώ στην Ελλάδα όλα έχουν μεγαλύτερη ένταση, θα την έλεγα απλούστευση, είναι πιο άμεσα, πιο βάρβαρα, αλλά τα πράγματα γενικά δεν είναι αλλιώτικα.
Μ.Ζ.Κ.: Διαβάζοντας τις εικαστικές κριτικές της δεκαετίας του 1950 επισημαίνω με ενδιαφέρον ότι συμμετέχετε ήδη από το 1952 στην Δ΄ Πανελλήνιο και για το έργο γράφτηκαν οι εξής φράσεις: «Ο Κανιάρης είναι ένας καλλιεργημένος ζωγράφος που εκφράζεται με σωστούς και θαρραλέους χρωματισμούς. Ξέρει να καλοζυγιάζει τα μέσα για να φτάσει στο σκοπό του». Λόγια παρόμοια στάθηκαν προφητικά, δείχνουν την οξυδέρκεια της ελληνικής κριτικής, και θα μπορούσαν να ισχύσουν και για το κατοπινό έργο σας. Θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά ενθαρρυντικά για έναν νέο καλλιτέχνη που προσπαθεί να βρει το δρόμο του στα σκληρά χρόνια της μεταπολεμικής Αθήνας.
Β.Κ.: Βέβαια, ήταν πολύ ενθαρρυντικά.
Μ.Ζ.Κ.: Τότε φαίνεται πως ξέρανε οι άνθρωποι να διακρίνουν.
Β.Κ.: Ναι, ξέρανε. Στην πραγματικότητα είχα παρεισφρήσει τότε στην Πανελλήνιο και μάλιστα είχε γίνει και φασαρία, γιατί ήμουν ακόμα σπουδαστής, και δεν γινόταν σπουδαστές να εκθέτουν με φτασμένους ζωγράφους. Οι διοργανωτές δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι ήμουν στο 2ο ή 3ο έτος της Σχολής Καλών Τεχνών.
Μ.Ζ.Κ.: Φεύγοντας από την Ελλάδα, πώς λειτουργεί η εικόνα της στην Ιταλία όπου βρίσκεστε αρχικά, στη Γαλλία και αργότερα στο Βερολίνο; Συμμερίζεστε την άποψη και άλλων καλλιτεχνών της γενιάς σας, ότι η χώρα μας ήταν απλώς αποδέκτης, ίσως και μιμητής, ξένων, αβίωτων προτύπων;
Β.Κ.: Κακά τα ψέματα. Όταν έφυγε η δική μας η «φουρνιά» για το εξωτερικό –την προτιμώ ως λέξη από το «γενιά»– είμαστε χαμένοι από χέρι. Με πολύ μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με τους συνομήλικους συναδέλφους, αυτό που μας βοηθούσε και μας συντηρούσε ήταν ένας εγωισμός, το πάθος, το πείσμα και η φιλοδοξία, όπως θέλετε πάρτε τα. Όλα αυτά σχετικά είναι. Αλλά ήταν φυσικό. Έπρεπε σε πολύ λίγο διάστημα να γίνουν μεγάλα βήματα, εξ ου και οι μεγάλοι μορφολογικοί επηρεασμοί που έγιναν.
Μ.Ζ.Κ.: Ενδιαφέρον αυτό το στοιχείο της κεκτημένης ταχύτητας που πρέπει να επιδείξει ο Έλληνας καλλιτέχνης στο εξωτερικό.
Β.Κ.: Ναι, βέβαια, και δεν τα πήγαμε και τόσο άσχημα. Σταθήκαμε στα πόδια μας. Και για μας και γι’ αυτούς, έξω. Όπως και να ’χει, αυτός ο τόπος δεν κατάφερε ποτέ για τον έναν ή άλλο λόγο να δημιουργήσει μια πρώτη μορφή που θα έπαιζε κάποιο ρόλο στα διεθνή τεκταινόμενα.
kaniaris3-blog
Μ.Ζ.Κ.: Κατάφερε όμως να δημιουργήσει άτομα.
Β.Κ.: Ναι, σίγουρα, αυτό άλλωστε είναι και το ζητούμενο. Μα τελικά και οι σχολές από άτομα αποτελούνται.
Μ.Ζ.Κ.: Άρα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ελλάδα έδωσε καλλιτέχνες με διεθνή εμβέλεια.
Β.Κ.: Ναι, και την οικειοποιούνταν οι διάφοροι θεωρητικοί. Όπως και να είναι, αυτοί που οικειοποιούνται είναι και θεωρητικοί, πράγμα που λείπει εδώ στην Ελλάδα.
Μ.Ζ.Κ.: Βέβαια οι θεωρητικοί σε κάποια δεδομένη στιγμή συμπορεύτηκαν και ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους καλλιτέχνες, με αποτέλεσμα το έργο τέχνης να αντιμετωπίζεται σε άμεση συνάφεια με τη θεωρητική του ερμηνεία, όπου συχνά ο υπερβάλλων ζήλος των θεωρητικών να είναι ανεπίτρεπτος.
Β.Κ.: Αυτό σίγουρα ισχύει. Σήμερα όμως αυτό δεν χρειάζεται πια. Είναι τελείως άλλοι οι προβληματισμοί σήμερα.
Μ.Ζ.Κ.: Θα προσθέτατε το στοιχείο της «στράτευσης» στους καλλιτέχνες της «φουρνιάς» σας;
Β.Κ.: Σε σχέση με τη δουλειά μου, δεν θεωρώ πως είμαι στρατευμένος. Ακόμα και τότε δεν μπορούσαν να με βάλουν σε ένα καλάθι. Με έβαζαν μεν, αλλά λάθος. Αυτά είναι όμως μέσα στα ρίσκα μιας εμμονής και μιας επιθυμίας να μείνει κανείς σταθερός σε εκείνα τα οποία πιστεύει και έχει ξεκινήσει από την αρχή.
Μ.Ζ.Κ.: Ειδικά σε έναν άνθρωπο σαν και σας, που από τη φύση σας είστε μάλλον κλειστός χαρακτήρας και μόνο για το γεγονός ότι αποφεύγετε τα φώτα της δημοσιότητας, είστε όμως και πολύ σαφής και συγκεκριμένος πάνω στη δουλειά σας. Νομίζω ότι αυτός πως είναι ένας σπάνιος συνδυασμός. Με τα σημερινά κριτήρια είναι σημαντικό να μην είναι κανείς «μεταμφιεσμένος σε καλλιτέχνη».
Β.Κ.: Αυτό το τελευταίο δεν το θεωρώ απαραίτητο. Δεν μου χρειάζεται δηλαδή. Όπως δεν μου χρειάζεται αυτή τη στιγμή μια οιαδήποτε ιδεολογία. Είμαι αυτός που είμαι. Κάποια στιγμή κανείς, τουλάχιστον όσοι έχουν αυτή την επιθυμία, αποδεσμεύεται και μπορεί να υπάρξει πιο ελεύθερος σαν άτομο, και τελικά πιο ειλικρινής.
Μ.Ζ.Κ.: Η ειλικρίνεια είναι επομένως ένα στοιχείο της δουλειάς σας;
Β.Κ.: Πάντως είναι πρόθεση και επιθυμία· τώρα αν αποτελεί και στοιχείο, δεν μένει σε μένα να το δω.
Μ.Ζ.Κ.: Ας μπούμε για λίγο στη θέση του επισκέπτη της έκθεσής μας στη Δημοτική Πινακοθήκη των Χανίων. Θα συναντήσει υλικά που ενδέχεται να τον τρομάξουν, υλικά που ανήκουν περισσότερο στην καθημερινότητα ενός «μάστορα». Αυτός ο «μάστορας» όμως εδώ είναι καλλιτέχνης. Επίσης έχετε εμπνευστεί από ένα «αντιποιητικό» αλλά πολιτικό θέμα, τους τοίχους της Αθήνας με τα συνθήματα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Δεν ανήκουν στα υλικά της παραδοσιακής ζωγραφικής, όπως τα γνωρίζουμε. Οι γύψοι, οι τοίχοι, θα γίνουν στη συνέχεια ρούχα φορεμένα, συρματόπλεγμα, περιβάλλοντα στον χώρο. Ποντάρετε σε αυτόν το «σοκ» που δημιουργεί από μόνη της η χρήση του υλικού και η επέμβαση στον χώρο;
Β.Κ.: Δεν νομίζω ότι τα υλικά αυτά είναι τόσο επιθετικά ή τρομαχτικά. Υπάρχουν άλλα πράγματα που ποντάρουν ακόμη περισσότερο σε αυτό το είδος του υλικού για να προκληθεί σοκ. Εγώ αντιθέτως προσπαθώ να αμβλύνω τη δράση και την παρουσία του, γιατί θα προκαλούσε αντιδράσεις που δεν θα με ενδιέφεραν. Απλώς είναι και αυτά ένα μέσο και στην πραγματικότητα είναι πολύ απλά και εύκολα υλικά που δεν προσπαθούν να τρομάξουν.
Μ.Ζ.Κ.: Ξεφεύγουν όμως από τα συνηθισμένα.
Β.Κ.: Ναι, ξεφεύγουν. Κοιτάξτε, αυτό το θέμα των υλικών και του τι χρησιμοποιεί ένας δημιουργός σήμερα –ας αφήσουμε το ζωγράφος και γλύπτης– είναι ένα ψευτοπρόβλημα· εκτιμώ εξίσου αυτούς που ζωγραφίζουν με λαδομπογιά, που άλλωστε χρησιμοποιείται εδώ και πολλούς αιώνες. Το ζήτημα είναι τι θέλει να πει και γιατί τα χρησιμοποιεί ο δημιουργός, και επομένως τα χρησιμοποιεί ως ένα απλό μέσο. Πάντα παραμένει το πρόβλημα της ποιότητας του οποιουδήποτε έργου όπως και αυτό να έχει γίνει, είτε, ας πούμε, με την τεχνική της ακουαρέλας, που εκτιμώ πολύ, και είναι πολύ δύσκολη, είτε με υλικά τέτοια, brutta, πιο ωμά. Το πώς κατέληξα εκεί, και εγώ δύσκολα μπορώ να απαντήσω. Δεν πήρα πάντως μια απόφαση να τα κάνω έτσι, όλα δεν εξηγούνται ως το τέλος. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ξαφνικά βρέθηκα να προχωρώ σε τέτοια πράγματα. Ίσως ήταν το χρώμα και η ζωγραφική… Η αντίθεσή μου δεν ήταν με ποιο υλικό θα μίλαγα, η αντίθεσή μου ήταν με τη ζωγραφική την ίδια, σαν λογική της απεικόνισης. Το μάθημα των αρχών του αιώνα δεν ήταν πια το τι και το πώς θα το φτιάξουμε, αλλά το γιατί το φτιάχνουμε και πώς το βλέπουμε. Στην πραγματικότητα το κάθε τι μας περιμένει στη γωνιά του δρόμου για να το αποκαλύψουμε, και εμείς απλώς το αποκαλύπτουμε, δεν είναι ότι το δημιουργούμε, ούτε το ομορφαίνουμε. Το επισημαίνουμε, μπαίνουμε μπροστά και λέμε: «Αυτό βλέπω, και αυτό που βλέπω φτιάχνω, όσο μπορώ πιο καθαρά και με τη μεγαλύτερη ένταση».
Μ.Ζ.Κ.: Πιστεύετε ότι έχει διάρκεια μια τέτοια ματιά στη σημερινή εποχή όπου –ας πούμε και κάτι αρνητικό– ο θεατής με τη σειρά του δεν βλέπει και δεν επισημαίνει πια και έτσι δεν αντιλαμβάνεται τη ματιά του δημιουργού;
Β.Κ.: Δεν ξέρουμε τι ακριβώς βλέπει ο θεατής σήμερα και αυτό είναι κάτι που πρέπει να μας απασχολεί. Γίνονται τόσο πολλά πράγματα που όλοι σχεδόν μπορούν να είναι ζωγράφοι, γλύπτες. Αυτό δείχνει ακριβώς ότι περνά μια άλλη λογική στη δημιουργία. Τα έργα που γίνονται σήμερα σε τέτοια πληθώρα και με τέτοια ευκολία παύουν να είναι και έργα. Από αυτή την άποψη, εμένα μου αρέσει και θεωρώ ενθαρρυντική την απουσία της πρόθεσης να γίνει ένα έργο τέχνης – αυτά τα λεγόμενα έργα τέχνης. Πέρασε η εποχή που χρειαζόμασταν ένα τέτοιο στοιχείο για να συμβιώσουμε. Βέβαια, όλες αυτές οι «επαναστάσεις», η μια ή η άλλη, και αυτή του 1960, που ήταν μια σύγκρουση, όχι μόνο μορφολογική, αλλά αφορούσε ολόκληρο τον χώρο της ζωής, και έφερε όλα αυτά τα αποτελέσματα της περιβόητης «γενιάς του ’60» στη λογοτεχνία, την ποίηση, τη μουσική, δεν ήταν μόνο της ζωγραφικής. Τελικά βλέπετε και αυτή δαμάστηκε από έναν χώρο αστικό. Πήγαινε παράλληλα με τις πολιτικές εξελίξεις και με τα ανεβοκατεβάσματα μιας επανάστασης, όχι σαν αυτές με τα αιματοκυλίσματα, αλλά μιας εσωτερικής αντίδρασης που θα οδηγούσε και σε έναν άλλον ζωτικό χώρο και σε άλλες ανάγκες. Ύστερα από 15-20 χρόνια, ήδη από τα χρόνια του ’70, επιστρέψαμε στα έργα τέχνης, στους πίνακες στο σαλόνι πάνω από τον καναπέ. Όλοι οι μεγάλοι αυτής της περιόδου τώρα επανέρχονται. Το εκκρεμές της ιστορίας πάει και έρχεται και πιέζει, ακριβώς όπως πιέζει και η πολιτική και το άνοιγμα του μυαλού μας. Όλα αυτά πάνε μαζί. Δεν διαφέρει το ένα από το άλλο.
Μ.Ζ.Κ.: Με όλα αυτά όλα όμως ομολογείτε έμμεσα ότι δεν τίθεται απαραίτητα θέμα αξιολόγησης και ταξινόμησης στον χώρο της τέχνης.
Β.Κ.: Ναι, δεν νομίζω ότι έχει ένα ιδιαίτερο νόημα. Αξιολόγηση όμως γίνεται έτσι κι αλλιώς. Ο καθένας στη δουλειά του κρίνεται. Ένας που αναλύει, που δουλειά του είναι να ερμηνεύει τα φαινόμενα, είναι φυσικό να ψάχνει, και γι’ αυτό έχουν οι θεωρητικοί και πιο δύσκολη δουλειά σήμερα. Η πραγματικότητα του θεωρητικού δεν είναι να αποκαλύψει κάποιο μεγάλο ζωγράφο ή κάποιον τρομερό δημιουργό που θα αντικαταστήσει ένα άλλο μεγάλο όνομα. Είναι να αντιμετωπίσει πια μια άποψη πάνω στη δημιουργία στο σύνολό της. Και αυτή την άποψη δεν επιτρέπεται να τη δει ξεκομμένη και αποκλειστικά για την τέχνη, αλλά ενταγμένη σε ένα γενικότερο σύνολο. Γι’ αυτό είναι και πιο δύσκολη η δουλειά αυτή, και γι’ αυτό και δεν υπάρχουν πια θεωρητικοί.
Μ.Ζ.Κ.: Παρ’ όλα αυτά οι αναλύσεις έργων τέχνης γίνονται. Γίνονται βέβαια πολύ πιο πρόχειρα και επιφανειακά, είναι μάλλον δημοσιογραφικές παρουσιάσεις του εφήμερου παρά αναλύσεις, και φαίνεται πως ικανοποιούν τις ανάγκες των ενδιαφερομένων.
Β.Κ.: Επιμένω πως υπάρχει μεγάλο έλλειμμα θεωρητικών· ίσως φταίνε οι σπουδές, ο τρόπος εκπαίδευσης, ο τρόπος που βλέπουν και το τι κάνουν. Ας μην το πάμε στα άκρα, ότι δεν υπάρχουν ολωσδιόλου. Πάντως είναι ένα πρόβλημα που μας οδηγεί σε αυτά που είπαμε στην αρχή, για τη μη αναγκαιότητα των προλόγων σε καταλόγους εκθέσεων και των «θεωρητικών δοκιμίων» που εξηγούν την τέχνη. Στο κάτω κάτω αυτά δεν τα χρειάζεται ούτε το κοινό πια. Κάποτε τα διάβαζα κι εγώ. Στα παλιά περιοδικά του ’60 υπήρχαν έστω μικρά άρθρα κριτικής για κάθε έκθεση, σε συστηματική βάση. Σήμερα πρέπει να βρούμε έναν νέο τρόπο, να δούμε τι χρειάζεται.
Μ.Ζ.Κ.: Ίσως εξαπατώμεθα και αυτό ειδικά το κομμάτι χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, γιατί γίνεται μια ολοένα αυξανόμενη σύγχυση μεταξύ κουλτούρας και πολιτισμού. Εκεί εντοπίζω το άλυτο πρόβλημα. Τελικά όλα τείνουν να γίνουν «κουλτούρα» με αμέτρητες εκδηλώσεις και απουσιάζει ενδεχομένως η ειδική ματιά για το έργο τέχνης. Ποιος θα φανταζότανε τη δεκαετία του 1950 ότι στα Χανιά θα υπήρχε μια Πινακοθήκη η οποία θα παρουσίαζε σύγχρονα έργα τέχνης, με όλες τις συνέπειες που θα είχε αυτό στους αισθητικούς προσανατολισμούς των συμπατριωτών μας;
Β.Κ.: Σύμφωνοι, αλλά ας θυμηθούμε ότι δεν υπήρχαν ούτε δρόμοι. Για μένα το σοβαρότερο ζήτημα σε ό,τι αφορά τον πολιτισμό και σε ό,τι πραγματικά συμβαίνει είναι ότι σχετίζεται με μια μειοψηφία. Και αυτή η μειοψηφία δεν με πείθει ούτε ότι τα δικαιούται όλα αυτά, ούτε ότι ο ρόλος της είναι τέτοιος, ώστε να μπορεί είτε να καθοδηγεί, είτε να ελεγχθεί, είτε να προσφέρει πραγματικά. Αν, αντίθετα, υπολογίσει κανείς τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη αυτή, που ούτε την έχουν δει ποτέ ούτε πρόκειται να τη δουν, ούτε θα τους βοηθήσει, αλλά και ούτε θα τους βλάψει σε κάτι, που όμως ζουν, κάνουν παιδιά, γλεντάνε, αρρωσταίνουν και πεθαίνουν, έχουν δηλαδή όλα τα στοιχεία ενός ανθρώπου, είτε δημιουργού είτε μη δημιουργού, τίθεται το ερώτημα, με αυτόν τον κόσμο τι γίνεται, τι κάνουμε με αυτόν; Τι ξέρουμε για όλον αυτόν τον κόσμο; Δεν πρέπει να δούμε και να τα συνδέσουμε όλα αυτά μεταξύ τους; Μα γι’ αυτό μου αρέσει και με προκαλεί πάρα πολύ η σημερινή εποχή, μόνο που δεν μπορώ να την ακολουθήσω. Μεγάλωσα πια. Άλλοι καλούνται τώρα να παίξουν αυτόν τον ρόλο. Και αυτά τα σύνορα πρέπει να τα σπάσουν.
Μ.Ζ.Κ.: Σήμερα, αντίθετα, είναι γεγονός ότι μπαίνει πια όλος ο κόσμος στα μουσεία.
Β.Κ.: Δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς κανένα. Η μειοψηφία αυτή υπάρχει και θα υπάρχει και σχετίζεται με πολλά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή μας. Και πάντα θα γίνονται νέες προσπάθειες. Δεν σταματά ποτέ η μηχανή. Παρ’ όλες της ερωτήσεις που θέτω, διερωτώμαι απλώς για πολλά άλλα πράγματα, χωρίς ούτε να αποκλείω ούτε να αμφισβητώ τον ρόλο ούτε και των πιο συντηρητικών απόψεων για την τέχνη, είτε πρόκειται για ένα συγκεκριμένο έργο είτε για την πρόθεση που μπορεί να κρύβει.
Μ.Ζ.Κ.: Ας μείνουμε στη διαπίστωση ότι έχουν αλλάξει ριζικά οι εποχές.
Β.Κ.: Ναι, έχουν αλλάξει πολύ.
Μ.Ζ.Κ.: Και ότι η κριτική δεν μπορεί να θέσει τα θέματα με έναν τρόπο σαφή και ευκρινή.
Β.Κ.: Μα δεν μπορεί.
Μ.Ζ.Κ.: Δεν μπορεί γιατί αδυνατεί να συντονιστεί με τις γρήγορες αλλαγές. Έτσι το επιχείρημα γίνεται κυκλικό.
Β.Κ.: Ακριβώς.
Μ.Ζ.Κ.: Παραμένει όμως το ζητούμενο.
Β.Κ.: Βέβαια.
Μ.Ζ.Κ.: Το γεγονός όμως ότι με ή χωρίς κριτική οι ουρές σχηματίζονται μπροστά από εκθέσεις τέχνης θα πρέπει να μας απασχολήσει, ακόμα και ως ζήτημα ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος. Οι αριθμοί των επισκεπτών αυξάνονται, ξέρουν δεν ξέρουν τα εικαστικά ζητήματα.
Β.Κ.: Το θεωρώ πολύ ενθαρρυντικό ότι υπάρχουν οι ουρές. Παλιότερα κάτι τέτοιο δεν υπήρχε. Αλλά αυτά εντάσσονται περισσότερο σε μια πολιτιστική πολιτική παρά στη δημιουργία που μας απασχολούσε μέχρι τώρα. Εγώ όμως δεν βρίσκομαι από αυτή την πλευρά, αλλά από την άλλη και δεν με αφορά αφού δεν είμαι θεωρητικός, ούτε καν Υπουργείο Πολιτισμού. Αυτό έχει μια άλλη δουλειά και οι δημιουργοί μια άλλη. Τα δύο αυτά δεν συναντιούνται, αλλά αυτό δεν βλάπτει ιδιαίτερα και έτσι δεν με απασχολεί. Βέβαια, έστω και αυτή η μειοψηφία, δεν θα βλάψει αν διευρυνθεί. Βρίσκω πως και η αγωγή του πολίτη προηγείται της αισθητικής αγωγής. Δηλαδή θα βοηθούσε αυτή η μειοψηφία να είναι πιο καλά μέσα σε αυτό το «λουτρό της τέχνης», κυρίως σε σχέση με τον διπλανό της, που αυτό είναι ένα από τα αιτούμενα. Δηλαδή πάνω σ’ αυτό που λέγαμε για τις κοινωνίες που δεν έχουν σχέση με την τέχνη, το ζήτημα της αγωγής του πολίτη το έχουν λύσει μέσα από τις ανάγκες που δημιουργεί η ζωή η ίδια, αλλιώς θα πέθαιναν. Είναι αναγκασμένοι επομένως να έχουν ορισμένα πλαίσια μέσα στα οποία κινούνται. Εμείς έτσι όπως ζούμε μέσα στις πόλεις, κακώς δεν θεωρούμε τα πλαίσια ως απαραίτητα και γι’ αυτό φτάσαμε εκεί που φτάσαμε.
Μ.Ζ.Κ.: Είναι σπουδαίο μιλώντας για την τέχνη να ανάγουμε τα ζητήματά της στα πανανθρώπινα φαινόμενα που αφορούν και την παιδεία, και την εκπαίδευση και την πολιτική και της γενικότερης απορίας που συναντάμε. Αυτός ήταν πιθανώς και ο στόχος μου για την κουβέντα αυτή. Αλλά ας γυρίσουμε πάλι στα έργα της έκθεσης. Μιλήστε μου για το έργο που έχει τίτλο: «΄Ο,τι θέλει ο λαός…» και που θεωρώ ιδιαίτερη τιμή που δεχθήκατε, μετά τη Νέα Υόρκη, όπου παρουσιάστηκε το 2003, να το παρουσιάσουμε στα Χανιά.
Β.Κ.: Είναι από τα τελευταία έργα μου. Το ίδιο το σύνθημα βέβαια είναι ως αυτόνομο έργο πολύ παλαιότερο, αλλά με όλες τις αναστολές που πάντα είχα για τις εκθέσεις μου, αποφάσισα μόλις πέρυσι να το κάνω και να το παρουσιάσω. Και αυτό φυσικά έχει σχέση με όλη την πολιτική κατάσταση και με τις διεκδικήσεις των ανθρώπων μέσα στην πόλη, με τις παραχωρήσεις, θεωρώντας ότι η παραχώρηση είναι εξίσου ύποπτη, όπως και η διεκδίκηση. Είναι μια αμοιβαία συμφωνία χωρίς πρωτόκολλα, είναι ένα παιχνίδι, που ασφαλώς συναντάμε και στις προσωπικές σχέσεις. Αυτός που δίνει, κάτι παίρνει, και αυτός που ζητάει, κάτι υπόσχεται. Δεν υπάρχει ένοχος που ξεκινά το παιχνίδι αυτό, και οι δύο πλευρές είναι συνένοχες. Εξ ου και τα γνωστά συνθήματα που ακούσαμε τελευταία: «Συμμετοχή, όλοι μαζί». Δεν σημαίνουν παρά «συνενοχή». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αφορούν όλους μας. Η Ελλάδα είναι μικρή και επομένως αφορά όλον τον τόπο. Αυτό ήταν που με έκανε να καταλήξω σ’ αυτή την ιστορία.
Μ.Ζ.Κ.: Μόνο που, ενάντια σε κάθε πρόβλεψη, μοιάζει το σύνθημα να έχει γραφτεί από τους πολιτικούς, και ο πολίτης να στέκει μπροστά του αμήχανα.
Β.Κ.: Αμήχανα γιατί του αποκαλύπτεται. Αυτό είναι ένα παιχνίδι, που καλύτερα να μην αποκαλύπτεται γιατί αυτό έχει κόστος. Είναι παρόμοιο με το έργο μου που αποτελείται από την απλή λέξη: «Μπα;», και εννοώ ότι μας αποκαλύφθηκε δήθεν κάτι νέο. Αυτά ήθελα να πω. Τα απλά δηλαδή. Τίποτε το ευφυές.
Μ.Ζ.Κ.: Η πικρή αυτή ειρωνεία λείπει από τους καλλιτέχνες που συχνά παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά. Αν μάλιστα ολοκληρώσουμε το σύνθημα, προκύπτει μια ολοσχερής …καταστροφή.
Β.Κ.: Μα υπάρχουν και λαϊκά τετράστιχα που είναι πολύ πιο τρυφερά, αλλά που ουσιαστικά λένε το ίδιο πράγμα: «Τι τάχα κι αν σε φίλησα, κακό δεν έκαμά σου, έκοψα από τα χρόνια μου κι έδωσα στα δικά σου».
Μ.Ζ.Κ: Με τη μαντινάδα αυτή, νομίζω πως μπορούμε να κλείσουμε τη συνομιλία μας, για την οποία σας είμαι ευγνώμων.
-
[1] Μανώλης Μαυρομμάτης (Έλληνας επίτροπος), Κείμενα-επιμέλεια για την XLIII Biennale di Venezia (43η Μπιενάλε Βενετίας), Ιούνιος-Σεπτέμβριος 1988.
[2] Μάνος Στεφανίδης, Βλάσης Κανιάρης, «Αναφορά-Επαναφορά», Γκαλερί Titanium, Αθήνα 1989.
[3] Βλάσης Κανιάρης, Αναδρομική, Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, 1999, επιμ. Άννα Καφέτση.
[*] Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έκδοση της Δημοτικής Πινακοθήκης Χανίων «Βλάσης Κανιάρης: Διαδρομές 1957-2004″, Χανιά 2004. Οι φωτογραφίες είναι της Μαριλένας Κασιμάτη.

’Ακραῖος ἀντισημιτισμός, ἄκρα σιωπή

Από τόν ΣΤΑΥΡΟ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ
Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011
zoumboulakis-arb-blog μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, στίς 20 Δεκεμβρίου 2010, σέ πρωινή τηλεοπτική ἐκπομπή («Κοινωνία ὥρα Mega»), εἶπε, μεταξύ πολλῶν ἄλλων, ἐπί λέξει καί τά ἑξῆς:
‘Ο ’Αδόλφος Χίτλερ ὄργανο τοῦ παγκόσμιου σιωνισμοῦ ἦταν καί χρηματοδοτήθηκε ἀπό τήν περίφημη οἰκογένεια Ρότσιλντ, μέ μοναδικό σκοπό νά πείσει τούς ‘Εβραίους νά φύγουν ἀπό τάς καλάς των περιοχάς τῆς Εὐρώπης καί νά κατεβοῦν στό ’Ισραήλ γιά νά συστήσουν τή νέα αὐτοκρατορία.
Σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη χώρα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, ἄν ὁ πρόεδρος, ἐπί παραδείγματι, μιᾶς ὀρεινῆς κοινότητας τριάντα κατοίκων εἶχε ξεστομίσει τέτοια κουβέντα, θά εἶχε πάει σπίτι του – σέ ὁρισμένες μάλιστα καί στή φυλακή. ‘Ο μητροπολίτης Πειραιῶς ὅμως ὄχι μόνο δέν πῆγε σπίτι του, οὔτε πουθενά ἀλλοῦ, παρά ἀντίθετα πῆγαν σέ αὐτόν τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων (6.1.2011), κατά τήν τελετή τοῦ ἁγιασμοῦ στό λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ, ἕνας ὑπουργός τῆς κυβέρνησης (Γ. Διαμαντίδης), δύο ἀρχηγοί κομμάτων (Α. Σαμαρᾶς, Γ. Καρατζαφέρης), ὁ δήμαρχος Πειραιᾶ (Β. Μιχαλολιάκος), βουλευτές τοῦ ΠΑΣΟΚ, τῆς ΝΔ καί τοῦ ΛΑΟΣ, καί ἄλλοι πολιτικοί καί στρατιωτικοί παράγοντες.·Ἦταν ἐπίσης ἐκεῖ καί τέλεσε τόν ἁγιασμό ὁ ἀρχιεπίσκοπος ’Αθηνῶν ‘Ιερώνυμος, ὁ ὁποῖος προηγουμένως εἶχε χοροστατήσει στή λειτουργία, στόν μητροπολιτικό ναό τῆς ‘Αγίας Τριάδος.
Μά κανείς ἀπό ὅλους αὐτούς, ἀναρωτιέμαι ἀφελῶς –τό ξέρω–, δέν εἶχε τήν ἠθική καί πολιτική εὐαισθησία νά σκεφτεῖ ὅτι τέτοιες φρικώδεις δηλώσεις πρέπει νά ἀποδοκιμάζονται; Καί ἄν δέν εἶχαν ὅλοι τόν τρόπο ἤ τό κουράγιο νά τό κάνουν ρητά, ἦταν τόσο δύσκολο νά ἐκφράσουν αὐτήν τήν ἀποδοκιμασία μέ τήν ἀπουσία τους ἀπό τούτη τήν ἐθιμοτυπία; Γιατί μή μοῦ πεῖ κανείς ὅτι πῆγαν ἐκεῖ γιά νά λατρέψουν τόν Θεό· ἄν αὐτό πραγματικά ἤθελαν, θά μποροῦσαν νά τό κάνουν σέ ἑκατοντάδες ἄλλους ναούς τοῦ Λεκανοπεδίου, χωρίς μάλιστα νά διαταράσσεται ἡ προσευχή τους ἀπό τίς τηλεοπτικές κάμερες.
‘Υπῆρξαν βέβαια καί ἀντιδράσεις σέ ὅσα εἶπε ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς, αὐτή τή φορά μάλιστα περισσότερες καί ἐντονότερες ἀπό ἄλλοτε. Πέραν τοῦ Κεντρικοῦ ’Ισραηλιτικοῦ Συμβουλίου καί ἄλλων ἑβραϊκῶν ὀργανώσεων καί φορέων, ἑλληνικῶν καί διεθνῶν, ξεχωρίζουμε τίς δηλώσεις τοῦ κυβερνητικοῦ ἐκπροσώπου, τῆς προέδρου τῆς νεοσύστατης Δημοκρατικῆς Συμμαχίας Ντόρας Μπακογιάννη (σέ ἀρκετά ἔντονο ὕφος), τῆς ’Αρχιεπισκοπῆς ’Αμερικῆς. Δέν ἀποδοκίμασαν ὅμως τίς φρικαλέες «ἀπόψεις» ἐκεῖνοι πού πρωτίστως ἔπρεπε νά τό πράξουν: οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ἱερεῖς, οἱ μοναχοί, οἱ θεολόγοι, τά μέλη τῶν ἐνοριῶν τῆς ’Εκκλησίας τῆς ‘Ελλάδος. Λέω πρωτίστως αὐτοί διότι ὁ ἀντισημιτισμός συνιστᾶ τεράστια πνευματική ἀπειλή κατά τοῦ χριστιανισμοῦ, ἀφοῦ ἀλλοιώνει μέ τόν πιό βάναυσο τρόπο τήν εὐαγγελική διδασκαλία.
Ας θυμίσω ὅτι πρίν ἀπό δυό χρόνια (2009), τέτοια ἀκριβῶς ἐποχή, ἡ Καθολική ’Εκκλησία συγκλονιζόταν ἀπό τήν ὑπόθεση τοῦ ζηλωτῆ (λεφεβριστῆ) ἐπισκόπου Νέλσον Οὐίλλιαμσον (Nelson Williamson). ‘Ο Οὐίλλιαμσον ἦταν ἕνας ἀπό τούς τέσσερεις πού χειροτόνησε αὐτοβούλως ἐπισκόπους ὁ ζηλωτής Μαρσέλ Λεφέβρ (Marcel Lefebvre) τό 1988, γεγονός πού προκάλεσε αὐτομάτως τήν ἀπόφαση τοῦ πάπα ’Ιωάννη-Παύλου Β´ νά τούς κηρύξει ὅλους σχισματικούς, ἀπόφαση τήν ὁποία ἦρε τόν ’Ιανουάριο 2009 ὁ νῦν πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´. ‘Ο ζηλωτής αὐτός ἐπίσκοπος λοιπόν μέ δηλώσεις του στά μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης ἀρνιόταν ὅτι ὑπῆρχαν θάλαμοι ἀερίων στά ναζιστικά στρατόπεδα καί οὐσιαστικά ἀρνιόταν καί τό ἴδιο τό γεγονός τοῦ ‘Ολοκαυτώματος. Καθολικοί ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, θεολόγοι καί πιστοί ξεσηκώθηκαν μέ σφοδρότητα ἐναντίον του, ἐπειδή ἀκριβῶς ἔχουν συνείδηση ὅτι ἡ ἄρνηση τῶν θαλάμων ἀερίων καί τοῦ ‘Ολοκαυτώματος δέν εἶναι ἱστορική ἄποψη, εἶναι βαρύ ἠθικό ἀτόπημα. ‘Η ἀντίδραση πού ξεσηκώθηκε ἦταν τέτοια, ὥστε ὁδηγήθηκαν νά τόν ἀποδοκιμάσουν καί οἱ ἴδιοι οἱ δικοί του, δηλαδή ἡ ’Αδελφότητα τοῦ ‘Αγίου Πίου Ι´ (ἱδρύθηκε ἀπό τόν Λεφέβρ τό 1970). Δέν εἶχε τόπο νά σταθεῖ. ‘Ο ὑπουργός ’Εσωτερικῶν τῆς ’Αργεντινῆς τόν εἰδοποιεῖ νά ἐγκαταλείψει τή χώρα, ὅπου βρισκόταν, ἐνῶ ὁ Βενέδικτος ΙΣΤ´, πού δέν γνώριζε τίς δηλώσεις του πρίν ἀπό τήν ἄρση τῆς excommunicatio, δηλώνει ὅτι αὐτή δέν συνεπάγεται αὐτόματα τήν πλήρη κοινωνία μέ τήν Καθολική ’Εκκλησία, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν ἀποδοχή τῆς Β´ Βατικανῆς.
Αὐτά στήν Καθολική ’Εκκλησία. Στήν ’Ορθόδοξη ἕνας ἐπίσκοπος δηλώνει ὅτι ὁ Χίτλερ ἦταν ὄργανο τῶν σιωνιστῶν καί σκόπευε ἁπλῶς νά πείσει τούς ‘Εβραίους νά πᾶνε στήν Παλαιστίνη καί νά ἱδρύσουν κράτος, καί τά μέλη τῆς ’Εκκλησίας δέν ἀντιδροῦν, δέν ἱδρώνει τό αὐτί τους. Οἱ συνήθως εὔλαλοι ἐπίσκοποι, πού κάθε τρεῖς καί λίγο κάνουν δηλώσεις ἐπί παντός καί ἄλλων τινῶν, τώρα δέν ἔχουν νά ποῦν ἀπολύτως τίποτε! Τό γεγονός αὐτό εἶναι σοβαρότερο ἀπό τίς δηλώσεις τοῦ ὅποιου Σεραφείμ.
Εἶναι ἀκριβῶς ἡ στιγμή νά προλάβω καί νά συζητήσω μιά φιλική ἀντίρρηση. Ἔχω καί ἄλλες φορές ἀκούσει καί θά ἀκούσω καί τώρα καλούς φίλους νά μοῦ λένε «τί κάθεσαι καί ἀσχολεῖσαι μέ ὅλους αὐτούς τούς ἀνεκδιήγητους τύπους;». Τούς καταλαβαίνω καί εἶναι, ὁμολογῶ, μιά σκέψη πού τριβελίζει καί τό δικό μου μυαλό κάθε φορά πού πιάνω νά γράψω γιά τέτοια ζητήματα. Πράγματι, πῶς νά πάρεις στά σοβαρά ἕναν ἄνθρωπο πού στέλνει ἐπιστολή στή βασίλισσα ’Ελισάβετ τῆς ’Αγγλίας (23.2.2010) καί τῆς ζητάει νά ἀφαιρέσει τόν τίτλο εὐγενείας Sir ἀπό τόν τραγουδιστή Ἔλτον Τζόν γιά κάποιες ἀνόητες δηλώσεις του! Μπορεῖ ὄντως ἄνθρωποι ἄλλοι ἐπιστημονικῶν εἰδικοτήτων νά εἶναι ἁρμοδιότεροι ἀπό ὅ,τι ἐγώ νά μιλήσουν γιά τόν Πειραιῶς Σεραφείμ καί κάθε ἄλλον Σεραφείμ τῆς ’Εκκλησίας τῆς ‘Ελλάδος. Σύμφωνοι. ‘Ο ἄνθρωπος αὐτός ὅμως εἶναι μητροπολίτης μιᾶς ἀπό τίς μεγαλύτερες μητροπόλεις τῆς χώρας, μέ δεκάδες ἐνορίες, ἱερεῖς, κατηχητικά σχολεῖα, ραδιοφωνικό σταθμό καί ἄλλα πολλά. Θέλω δηλαδή νά πῶ ὅτι ὅσο καί ἄν ἡ θλιβερή περίπτωσή του δέν ἔχει πραγματικά ἐνδιαφέρον, ἔχουν ἀπό τήν ἄλλη τά γενικότερα ζητήματα πού ἀνακινεῖ, ἤτοι πώς:
α. ‘Η ’Ορθόδοξη ’Εκκλησία εἶναι στήν ‘Ελλάδα ὁ χῶρος ὅπου κατεξοχήν ἀνθεῖ καί διακινεῖται ὁ ἀντισημιτισμός. ‘Υπάρχει ἐκπρόσωπος ἄλλου θεσμοῦ στή χώρα μας (κοινοβουλευτικό κόμμα, Δικαιοσύνη, Πανεπιστήμιο, κ.λπ.) πού θά τολμοῦσε νά πεῖ δημόσια ὅτι ὁ Χίτλερ ὑπῆρξε ὄργανο τοῦ σιωνισμοῦ;
β. ‘Ο ἀντισημιτικός λόγος, τόσο ὁ ἀπροκάλυπτος ὅσο καί ὁ συγκεκαλυμμένος πίσω δῆθεν ἀπό τόν ἀντισιωνισμό, ἔχει στή χώρα μας μεγάλο ἀκροατήριο, ἐντός καί ἐκτός ’Εκκλησίας.
γ. Οἱ ἱερεῖς, θεολόγοι καί οἱ πιστοί τῶν ἐνοριῶν τῆς ’Ορθόδοξης ’Εκκλησίας εἶναι βουβά πρόσωπα, ἄφωνα. Ἔχουν διαπαιδαγωγηθεῖ νά σωπαίνουν. Ἔχω πικρή ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς πραγματικότητας. Εἶναι ὅμως ἀκόμη πικρότερη ἡ διαπίστωση ὅτι μένουν κυρίως βουβοί ἐκεῖνοι πού κατεξοχήν θά ἔπρεπε νά μιλᾶνε καί νά παρεμβαίνουν, ὁ μικρός δηλαδή ἀριθμός τῶν χριστιανῶν πού σκέφτονται, ἀφήνοντας ἔτσι ἐλεύθερο τό πεδίο στούς φονταμενταλιστές καί τούς φανατικούς νά ἀφρίζουν.
Οἱ ’Ορθόδοξοι χριστιανοί πρέπει ἐπιτέλους νά κατανοήσουν –ὅπως τό κατανόησαν μέ ὀδύνη οἱ Καθολικοί καί οἱ προτεστάντες– ὅτι ὁ ἀντισημιτισμός εἶναι συνηγορία ὑπέρ τοῦ ἐγκλήματος, ἄρα ριζικά ἀντιχριστιανικός. Στήν ἱστορία τοῦ μίσους καί τοῦ διωγμοῦ τῶν ‘Εβραίων, οἱ ἱστορικές εὐθύνες τῶν χριστιανικῶν ’Εκκλησιῶν εἶναι ἀσφαλῶς κολοσσιαῖες, σήμερα ὅμως, μετά κυρίως τό ‘Ολοκαύτωμα, οἱ χριστιανοί τουλάχιστον τῆς Δύσης ἔχουν συνειδητοποιήσει πόσο ἀπειλεῖ τήν ἴδια τήν πίστη καί τή διδασκαλία τους ὁ ἀντισημιτισμός. Καί ὅπως ἔλεγε ὁ Ζάκ Μαριταίν, ἕνας ἀπό τούς πάμπολλους σύγχρονους χριστιανούς στοχαστές καί θεολόγους πού τόν πολέμησαν ἐν ὀνόματι ἀκριβῶς τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας:
Ο ἀντισημιτισμός ἐμφανίζεται ὡς φαινόμενο παθολογικό πού ἀποκαλύπτει μιά ἀλλοίωση τῆς χριστιανικῆς συνείδησης ὅταν γίνεται ἀνίκανη νά ἀναλάβει τίς δικές της εὐθύνες μέσα στήν ἱστορία καί νά μείνει ὑπαρξιακά πιστή στίς ὑψηλές ἀπαιτήσεις τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας. [...]
Δέν εἶναι ὡστόσο ἀσήμαντο γιά ἕναν χριστιανό νά μισεῖ ἤ νά περιφρονεῖ ἤ νά θέλει νά ἀντιμετωπίζει ἀπαξιωτικά τή φυλή ἀπό τήν ὁποία προέρχονται ὁ Θεός του καί ἡ ἄμωμη Μητέρα τοῦ Θεοῦ του. Γι’ αὐτό ὁ πικρός ζῆλος τοῦ ἀντισημιτισμοῦ γυρίζει πάντοτε στό τέλος σέ πικρό ζῆλο κατά τοῦ ἴδιου τοῦ χριστιανισμοῦ.
Κατά τόν Μαριταίν, ὁ χριστιανός πού εἶναι ἀντισημίτης ἐνεργεῖ κατά τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί ὄχι κατά τό πνεῦμα τοῦ χριστιανισμοῦ. ῎Ας προσθέσω, προσυπογράφοντας, ὅτι γιά αὐτόν τόν σπουδαῖο χριστιανό στοχαστή καί ἄνθρωπο θερμῆς πίστης ὅποιος πιστεύει στά περί παγκόσμιας ἑβραϊκῆς συνωμοσίας, τελετουργικῶν φόνων καί τά συναφῆ, δέν μπορεῖ νά ἔχει ταυτόχρονα τήν ἀξίωση νά θεωρεῖται εὐφυής ἄνθρωπος, οἱ πεποιθήσεις αὐτές εἶναι ἰσχυρή ἀπόδειξη βλακείας (stultitia).2
‘Υστερόγραφο
[1] Εἶχε γραφτεῖ αὐτό τό κείμενο, ὅταν στίς 3.1.2011 συνῆλθε ἡ Διαρκής ‘Ιερά Σύνοδος (ΔΙΣ), ἡ ὁποία συζήτησε, μεταξύ ἄλλων, καί τό θέμα τῶν δηλώσεων τοῦ Σεραφείμ. Τό συζήτησε θέλοντας καί μή –καί περισσότερο μή, παρά θέλοντας–, λόγῳ τῶν διεθνῶν ἀντιδράσεων πού προκλήθηκαν, καί ἀποφάνθηκε:
Μετά ἀπό ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἐστάλη στήν ‘Ιερά Σύνοδο ἀπό τό Κεντρικό ’Ισραηλιτικό Συμβούλιο ‘Ελλάδος, ἡ Διαρκής ‘Ιερά Σύνοδος ἀποφάσισε νά ἀποστείλει ἀπαντητικό ἔγγραφο, στό ὁποῖο ἀναφέρεται μεταξύ ἄλλων ὅτι:
1. ‘Η ’Ορθόδοξη ’Εκκλησία καταδικάζει κάθε μορφή φυλετισμοῦ καί διακρίσεως σέ βάρος οἱουδήποτε ἀνθρώπου ἐπί τῇ βάσει φυλετικῶν, πολιτισμικῶν, θρησκευτικῶν ἤ ἄλλων διαφορῶν.
2. Εἰδικώτερα ἡ ’Ορθόδοξη ’Εκκλησία τῆς ‘Ελλάδος, ἐξεδήλωσε πάντοτε τά φιλάδελφα αἰσθήματά Της γιά τούς Ἕλληνες πού ἀκολουθοῦν τήν ‘Εβραϊκή Θρησκεία.
3. Τέλος, ἡ ’Εκκλησία μας, κατά τά γεγονότα τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου ἐμπράκτως πρωτοστάτησε καί ἐκινδύνευσε μέ αὐτοθυσία, γιά νά προστατεύσει τούς ἐν ‘Ελλάδι διαβιοῦντες ‘Εβραίους ἀπό τή ναζιστική ἐπιβουλή.
4. Στήν ‘Αγιωτάτη ’Εκκλησία τῆς ‘Ελλάδος, ἕκαστος ’Επίσκοπος διατηρεῖ τήν αὐτονομία ἐκφράσεως τῶν ἀπόψεών του, τῶν ὁποίων φέρει τήν εὐθύνη καί τήν ἀπόδειξη.
Κουτοπονηριές! Λές καί τό θέμα ἦταν νά καταδικαστεῖ γενικά ὁ φυλετισμός. Δέν τολμᾶνε κάν νά γράψουν τή λέξη ἀντισημιτισμός – στό σπίτι τοῦ κρεμασμένου δέν μιλᾶνε γιά σκοινί. Μά, ὅλοι κατά τοῦ ρατσισμοῦ δηλώνουν καί πρῶτοι πρῶτοι οἱ ἴδιοι οἱ ρατσιστές. ῎Οχι, κύριοι συνοδικοί, τό θέμα δέν ἦταν νά καταδικαστεῖ ἄλλη μιά φορά ὁ φυλετισμός, ἀλλά νά καταδικαστεῖ ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς γιά τίς φρικτές ἀντισημιτικές δηλώσεις του. Εἴχατε μάλιστα ἐκ τοῦ νόμου τή δυνατότητα νά τόν καλέσετε νά δώσει ἐξηγήσεις καί, ἄν κρίνατε, νά προχωρήσει περαιτέρω ὁ πειθαρχικός ἔλεγχος. Καί τί σημαίνει ὅτι κάθε ἐπίσκοπος «διατηρεῖ τήν αὐτονομία ἐκφράσεως τῶν ἀπόψεών του»; Ποιῶν ἀπόψεων; Κάθε εἴδους; ’Ακόμη καί ἐκείνων πού εἶναι εὐθέως ἀντιχριστιανικές; Δέν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἐπίσκοπος νά ἐκφράζει τή διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου;
[2] Τόσο πολύ συγκλονίστηκε ὁ Σεραφείμ ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς ΔΙΣ –σημειωτέον ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι μέλος της καί θά ψήφισε, ὑποθέτω, τήν ἀπόφασή της– πού εὐθύς μετά δήλωσε ὅτι «‘Η ‘Ελλάς ἔβγαζε ἥρωες, ἔβγαζε καί Νενέκους». Κατατάσσει προφανῶς τόν ἑαυτό του στούς πρώτους. ῎Ας τοῦ θυμίσει κάποιος ὅτι ἡ τελευταία φορά πού ἀκούσαμε νά γίνεται λόγος γιά Νενέκους ἦταν ἀπό τόν ’Αλέξανδρο Γιωτόπουλο τῆς 17Ν, κατά τή στιγμή τῆς σύλληψής του.
[3] ‘Ο συγκλονισμός τοῦ Σεραφείμ ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς ΔΙΣ φάνηκε καθαρότερα τέσσερεις μέρες ἀργότερα, 7 ’Ιανουαρίου 2011, ὅταν, στρεφόμενος κατά τοῦ ’Ισλάμ αὐτή τή φορά, πρότεινε οὔτε λίγο οὔτε πολύ τήν ἀπαγόρευσή του στή χώρα μας:
ὁ μουσουλμανισμός ἀποτελεῖ καταστροφική λατρεία, μή συμβατή μέ τάς προβλέψεις τοῦ ἰσχύοντος ἐν ‘Ελλάδι Συντάγματος, ὅπου ἐν ἄρθρῳ 13 καθιεροῦται ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, ἀλλά σέ θρησκευτικές παραδοχές πού δέν ἀντίκεινται στή δημόσια τάξη καί τά χρηστά ἤθη.
[4] Διάβασα στόν ἠλεκτρονικό Τύπο ὅτι ἀναπτύχθηκε κύμα συμπαράστασης πρός τόν Σεραφείμ. Δέν ξέρω ἄν πρόκειται πράγματι γιά κύμα, διάβασα πάντως μιά δήλωση συμπαράστασης ἀπό τόν μητροπολίτη Γλυφάδος Παῦλο:
[...] ‘Η στεντόρεια καί ἀταλάντευτη φωνή του μᾶς συγκινεῖ καί μᾶς ἐνδυναμώνει γιατί εἶναι φωνή ἀλήθειας, θάρρους καί ἀγωνιστικότητας, γιατί εἶναι φωνή ’Ορθόδοξης μαρτυρίας, πού ἑδράζεται στό ‘Ιερό Εὐαγγέλιο, τούς ‘Ιερούς Κανόνες καί τήν ἀνόθευτη παράδοση τῆς ’Εκκλησίας. Συμπροσευχόμενοι, παρακαλοῦμε τόν πανοικτίρμονα Θεό νά τόν ἐνδυναμώνει καί νά τόν κρατᾶ ὑγιή, ὥστε νά στηρίζει τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ, νά ξυπνᾶ συνειδήσεις καί νά καθοδηγεῖ τίς ψυχές τῶν χριστιανῶν στή μόνη ’Αλήθεια, πού εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας.
Δηλαδή, ὅτι ὁ Χίτλερ ἄλλο δέν ἔκανε ἀπό τό νά πείθει τούς ‘Εβραίους νά κάνουν δικό τους κράτος καί ὅτι πρέπει νά ἀπαγορευτεῖ ἡ λειτουργία τῆς ἰσλαμικῆς θρησκείας στήν ‘Ελλάδα εἶναι, κατά τόν μητροπολίτη Γλυφάδος, φωνή ἀλήθειας πού στηρίζεται στό Εὐαγγέλιο, ἀφυπνίζει συνειδήσεις καί ὁδηγεῖ τίς ψυχές στόν Χριστό. Αἶσχος!
***
[*] ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διευθύνει από το 1998 το περιοδικό Νέα Εστία και είναι πρόεδρος του Ιδρύματος βιβλικών μελετών «Άρτος Ζωής». Τελευταίο βιβλίο του Χριστιανοί στον δημόσιο χώρο. Πίστηήπολιτιστικήταυτότητα; (2010). Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στη Νέα Εστία, τχ. 1840, Ιαν. 2011.
1 Jacques Maritain, L’impossible antisιmitisme, precede de «Jacques Maritain et les Juifs» par Pierre-Vidal Naquet, Desclée de Brouwer, Παρίσι 2003, σ. 127. Τό παράθεμα εἶναι ἀπό τήν περίφημη διάλεξή του «Les Juifs parmi les nations» (Παρίσι, 5 Φεβρουαρίου 1938).
2 .π., σ. 75 καί 92.

Copyright © 2011 Booksreview.gr.
All Rights Reserved.

Οι Έλληνες και οι «άλλοι»

Οι Έλληνες και οι «άλλοι»

Λεξικογραφικές ερμηνείες εθνικής ταυτότητας[1]

Από τον ΧΑΓΚΕΝ ΦΛΑΪΣΕΡ

Εισαγωγή

hagen-fleischer-arb-blog

photo: http://www.enetenglish.gr/?i=news.en.article&id=664

Παρά τις πολλαπλές επιδράσεις και ανακατατάξεις στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, οι εθνικές ταυτότητες δεν έχουν παροπλιστεί. Άλλωστε, οι ταυτότητες δεν δημιουργούνται με παρθενογένεση, αλλά προκύπτουν από σχέσεις άμιλλας ή αντιπαλότητας με σημαίνοντες άλλους παράγοντες. Ιδίως στη διαμόρφωση και στον ορισμό των εθνικών ταυτοτήτων –πέρα από αυτιστικά, εθνορομαντικά ειδύλλια– παρεμβαίνει ένα πλαίσιο συσχετισμών: Αποφασιστικής σημασίας είναι η αντιπαράθεση με την οντότητα άλλων εθνών, κυρίως «σημαντικά αλλιώτικων».[2] Το αποτέλεσμα διαφέρει ανάλογα με τον λαό προς τον οποίο η οικεία ταυτότητα αντιπαραβάλλεται. Είναι μακρινός-«εξωτικός» ή γειτονικός-ανταγωνιστικός; Αποτελεί (ακόμα) απειλή, πραγματική ή φαντασιακή; Τι είδους ιστορικές μνήμες «συνδέουν» τους λαούς; Εμπλέκονται παλαιές, πρόσφατες, διαχρονικές έχθρες; Και τελικά, σε ποιο βαθμό αλληλοεπιδρούν αυτοεικόνες και ετεροεικόνες στη δίνη της επικαιρότητας;
Για τους Φιλανδούς, το κυρίαρχο «συστατικό της ταυτότητάς τους είναι ότι δεν είναι Σουηδοί»[3] – και ότι δεν θέλουν να είναι. Οι Λουξεμβούργιοι μόνο ως αντίδραση στην ασφυκτική αφομοιωτική πολιτική των ναζί κατακτητών ανακάλυψαν ότι το ιδίωμά τους δεν αποτελούσε γερμανική διάλεκτο, αλλά την «εθνική γλώσσα» τους.[4] Οι Σκωτσέζοι αυτοπροσδιορίζονται ως «θερμοί» –συγκρινόμενοι με τους Άγγλους– ενώ ως «μάλλον ψυχροί», αλλά φίλεργοι [«hard-working»], όταν η σύγκριση γίνεται με τους … Έλληνες![5]
Μια διαρκώς αυξανόμενη βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι οι εθνικές αυτοεικόνες τροφοδοτούνται από την αντιθετική αναφορά στις εικόνες άλλων εθνοτήτων, ιδίως εκείνων από τις οποίες θέλουν να διαφοροποιηθούν, αφού τις θεωρούν ασύμβατες.[6] Από την άλλη, αναζητούνται εταίροι με κοινά γνωρίσματα, με στοιχεία αλληλεγγύης ή έστω συμβατότητας – κάτι σαν το «Ελλάς – Γαλλία: συμμαχία», προτού βέβαια το Παρίσι παρασυρθεί στον άξονα με το Βερολίνο. Ακριβώς εξαιτίας αυτής της πολύχρονης ιδεατής συμμαχίας, η δημόσια γνώμη αντιδρούσε πικρόχολα όταν έγκυρο γαλλικό λεξικό στο λήμμα Έλληνας έδωσε τέσσερα συνώνυμα παραδείγματα με την έννοια του κατεργάρη.[7]
Γνωστή πέραν κάθε αμφιβολίας είναι η καθοριστική συμβολή των εθνικών ιστοριών, του ιστοριογραφικού εθνικισμού στη διαμόρφωση των ταυτοτήτων και των σχετικών στερεοτύπων. Έχει μάλιστα εκφραστεί η ευχή να διακοπεί σε μόνιμη βάση αυτή η επικίνδυνη, ενίοτε ολέθρια σχέση.[8] Πιο πρόσφατα, πολλαπλασιάστηκαν οι συχνά «επίκαιρες» έρευνες σχετικά με εθνικά στερεότυπα τα οποία τα ΜΜΕ (κυρίως τα έντυπα), καθώς και τα σχολικά συγγράμματα παράγουν ή τροποποιούν. Ο γράφων όμως δεν έχει υπόψη του καμία μελέτη για το ρόλο των ερμηνευτικών λεξικών στη διαμόρφωση γνώμης του πολίτη και στην κατασκευή εικόνων ταυτότητας ή ακόμη και ενός «σύγχρονου» εθνικισμού, μολονότι η επιρροή τους ασκείται με σαφώς μεγαλύτερη αυθεντία και πολύ μεγαλύτερη διάρκεια, αν τα συγκρίνουμε με την παροιμιώδη εφήμερη ελαφρότητα των ΜΜΕ.
Τα λεξικά, ως συστηματικά έργα που θεσμικά συγκεντρώνουν τον εννοιολογικό πλούτο μιας εθνικής (και/ή γλωσσικής) κοινότητας παρέχουν κατά το μάλλον ή ήττον τεκμηριωμένες πληροφορίες στο χρήστη. Τα «μεγάλα» λεξικά που συντάσσονται από γνωστές προσωπικότητες ή αξιόλογες επιστημονικές ομάδες, έχουν αποκτήσει τεράστιο κύρος ως προς τις ερμηνείες που προτείνουν. Ενδεικτικά, ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης αφιερώνει το δικό του λεξικό της Νέας Ελληνικής στους λεξικογράφους «που πέρασαν ένα κομμάτι της ζωής τους αποκαλύπτοντας τη σημασία, τη χρήση και την ιστορία των λέξεων […], των συμβόλων με τα οποία στοχάστηκε και εκφράστηκε ο Έλληνας».[9]
Αναμφίβολα, τα ερμηνευτικά λεξικά φιλοδοξούν να διαμορφώσουν «αντικειμενικές» συλλογικές εικόνες ή τουλάχιστον να συντείνουν στη διαμόρφωσή τους. Οι προβαλλόμενες ερμηνείες –επιθετικής ή «αμυντικής» χροιάς– κατά κανόνα γίνονται αποδεκτές από τον μέσο χρήστη, όπως άλλωστε φανερώνουν οι ελάχιστες περιπτώσεις δημόσιας διαμαρτυρίας, όταν δηλαδή το αίσθημα μιας υπολογίσιμης κοινωνικής ομάδας σχετικά με την «πολιτική ορθότητα» παραβιάζεται. Αλλά και σε τέτοιες περιπτώσεις, οι υπεύθυνοι αναθεωρούν συνήθως τα όποια ατοπήματά τους στον μικρότερο δυνατό βαθμό. Έτσι, ενώ οι αρχικές τους αντιδράσεις είναι αρνητικές[10], υπαναχωρούν βαθμιαία, όταν οι διαμαρτυρίες του συχνά επώνυμου κοινού πληθαίνουν και εντείνονται. Τότε οι λεξικογράφοι ταξινομούν και ζυγίζουν τις ενστάσεις «με βασικό γνώμονα την εμβέλεια της εκάστοτε διαμαρτυρόμενης κατηγορίας πολιτών»[11] ή νομικών προσώπων, που ενίοτε προβαίνουν ακόμη και σε δικαστικές μηνύσεις. Συνήθως δέχονται δηλαδή μια αναδιαπραγμάτευση, ανατροπή ή πλήρη αφαίρεση μόνον εκείνων των επίμαχων ερμηνευμάτων για τα οποία γίνεται ο περισσότερος θόρυβος.
Με το ως άνω σκεπτικό, ο γράφων εξέτασε ορισμένα ερμηνευτικά λεξικά της Νέας Ελληνικής –επικεντρώνοντας τελικά την αναζήτησή του στο εκτενέστερο και ήδη επικυρίαρχο λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη– ως προς τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι εθνικές ιδιαιτερότητες στα παραδείγματα που επεξηγούν τις λέξεις και τις επιμέρους σημασίες τους. Κύριος στόχος της έρευνας είναι η εικόνα του Έλληνα, όπως διαμορφώνεται από πλήθος παραδείγματα που αποσαφηνίζουν τα σχετικά λήμματα. Ο λεξικογράφος γνωρίζει τους κινδύνους τέτοιων γενικεύσεων, όπως διευκρινίζει στο λήμμα ►στερεότυπο: «Ο συμβολικός χαρακτηρισμός που αποδίδεται στα μέλη ομάδας ανθρώπων (εθνικής, κοινωνικής κ.λπ.) και βασίζεται σε γενικεύσεις (ενδεχομένως αυθαίρετες), π.χ. ότι οι Γερμανοίείναι πειθαρχικοί, οι Σκωτσέζοι τσιγγούνηδες κ.ά.». Στη Β΄ έκδοση, μετά από έντονες ενστάσεις που τον είχαν οδηγήσει έως και το δικαστήριο, προσθέτει ένα συνολικό σχόλιο ►«εθνικά ονόματα ως ουσιαστικά ή επίθετα» που συμπεριλαμβάνει με μεταφορικές χρήσεις, μεταξύ άλλων, Ούννους (Γερμανούς Ναζί), (απολίτιστους) Κάφρους, (αναξιοπρεπείς) Γύφτους, (φιλάργυρους) Εβραίους, (σκληρούς) Γερμανούς[12] και (εξαγριωμένους) Τούρκους.
Θα προσέθετα ότι μικρή σημασία έχει να εξεταστεί ο βαθμός ευστοχίας ή κοινοτοπίας τέτοιων γενικεύσεων. Περισσότερο ενδιαφέρει το ποιος τις καθιερώνει ή τις υιοθετεί, από ποιο βήμα και με ποιο κύρος, απευθυνόμενος σε ποιο κοινό, με πόση πειθώ και επιρροή. Ως προς όλες αυτές τις μεταβλητές, οι δείκτες του λεξικού Μπαμπινιώτη είναι υψηλοί, ενώ «η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του» χαρακτηρίζεται –σύμφωνα με τον συντάκτη– από το γεγονός «ότι έχει σχεδιασθεί με τρόπο που να μην αποτελεί απλώς ένα έργο αναφοράς […], αλλά ένα λεξικό που να διαβάζεται. Η διάρθρωση του λήμματος, τα ιδιαίτερα σχόλια για πολλά λήμματα, […] τα πολλαπλά παραδείγματα, η ποικιλία των λημμάτων, η όλη οργάνωση των λεξικογραφικών πληροφοριών του λήμματος οδηγούν σ’ έναν τύπο λεξικού, που και να το συμβουλεύεται για να λύσει τις απορίες του μπορεί κανείς και να το διαβάσει στις περισσότερες σελίδες του όπως κάθε άλλο βιβλίο. Γιατί ένα λεξικό δεν παύει να είναι ένα βιβλίο για τη γλώσσα, “τὸ πρῶτον βιβλίον ἑκάστου ἔθνους” κατά τον Κοραή.»[13]Σε όλα ταπρολογικά σημειώματα των μεταγενέστερων εκδόσεων ο Γ. Μπαμπινιώτης επανέρχεται σε αυτήν τη σχεδόν παλλαϊκή[14] διδακτική αποστολή του λεξικού, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα τη σχεδόν απόλυτη επιτυχία της συγκεκριμένης αποστολής με αδιάψευστο μάρτυρα τη «γενικότερη εκτίμηση των Ελλήνων αναγνωστών ότι το παρόν Λεξικό αποτελεί την πιο ζωντανή, πιστή και εύτολμη καταγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας της ελληνικής γλώσσας».[15] Και πράγματι, «ο Μπαμπινιώτης» αναγνωρίζεται πλέον από ένα ευρύ κοινό και από τα περισσότερα ΜΜΕ, ιδίως και τα ηλεκτρονικά, ως σταθερός πλοηγός στα τρικυμιώδη ύδατα της ελληνικής γλώσσας.

Βαλκάνια και Δύση
Ως προς τα βαλκανικά στερεότυπα, το λεξικό –και ιδίως η αυτούσια, ακαθάριστη Α΄ έκδοση– συνάδει με την πλειονότητα των παλαιότερων και σύγχρονων (συνήθως εξω-βαλκανικών) εκφραστών ενός ηγεμονικού λόγου που ορίζει τη χερσόνησο ως «την επιτομή της διάσπασης, της αστάθειας, της συνθετότητας και της σύγκρουσης»[16], καθώς και της «οικονομικής εξαθλίωσης»[17]. Τα Βαλκάνια χαρακτηρίζονται δηλαδή για άλλη μία φορά ►«πυριδιταποθήκη της Ευρώπης» και ►ηφαίστειο με «εθνικιστικές εξάρσεις» που ►«προοιωνίζ[ονται] συμφορές»[18] – εντός και εκτός της συγκεκριμένης γεωγραφικής ενότητας.[19] Ως προς τα αίτια προστίθεται όμως διευκρινιστικά ο «εξωτερικός παράγοντας», εφόσον «η κρίση στη Βαλκανική ήταν ►λογικό επακόλουθο της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων.»
Ως κλασικό παράδειγμα παρατίθεται η ►σαλαμοποίηση της Γιουγκοσλαβίας, ύστερα από ►διαβουλεύσεις και επιθέσεις των δυτικών δυνάμεων[20]. Από τα διάδοχακράτη της διαμελισμένης χώρας, η Σερβία –ιδίως, πάλι, στην Α΄ έκδοση– μονοπωλεί τα θετικά σχόλια[21]. Αναλόγως μοιράζονται οι συμπάθειες ως προς τη Βοσνία η οποία δεν είναι παρά μικρογραφία της Γιουγκοσλαβίας: δηλαδή έρμαιο και κλωτσοσκούφι του ΝΑΤΟ με πρωτοστατούντες «τα ►γεράκια του Πενταγώνου»[22], αλλά και με πρόθυμους ντόπιους συνεργάτες. Ως εκ τούτου, οι ξένες επεμβάσεις επωφελούνταν από τον ενδο-βοσνιακό ►αλληλοσπαραγμό[23], για τον οποίο ασφαλώς δεν αποδίδονται ευθύνες στους Σερβοβόσνιους που στενάζουν στον «ασφυκτικό ►κλοιό» των συνασπισμένων «Κροατο-μουσουλμάνων»[24]. Στο κατάλληλο λήμμα, το λεξικό θυμίζει μάλιστα διακριτικά πως «η Κροατία θεωρείται ότι ανήκει στη ►σφαίρα επιρροής της Γερμανίας.»[25]
Ακόμη χαμηλότερα στην εκτίμηση της συντακτικής ομάδας, κυριολεκτικά στο ναδίρ, βρίσκεται το ►«ψευδεπίγραφο κράτος» με την «ψευδώνυμη γλώσσα»[26] στα βόρεια σύνορά μας: Εν γένει μάλιστα, αρκεί να «φωτογραφίζεται» το ακατονόμαστο μόρφωμα, αφού η ►ονομασία του προβληματίζει: «Το μικρό κρατίδιο αποτελεί τον ►δούρειο ίππο ξένων δυνάμεων στα Βαλκάνια». Άλλες φορές όμως ονομάζονται οι σφετεριστές: Οι Σκοπιανοί, συγκεκριμένα, προβάλλουν ►ανιστόρητες θέσεις[27] με το να διεκδικούν τίτλους και σύμβολα μιας πολιτισμικής κληρονομιάς που δεν τους ανήκει: «Με αυτά που συμβαίνουν με τη Μακεδονία θα ►τρίζουν τα κόκκαλα του Μεγάλου Αλεξάνδρου»![28]
Εφόσον λοιπόν η κακοδαιμονία, αλλά και τα συλλογικά χαρακτηριστικά της Βαλκανικής μάλλον απωθούν, αντίποδας αλλά και δυνάστης της είναι ο «ξένος παράγοντας» και πιο συγκεκριμένα η ►Δύση. Και πάλιν όμως η Ελλάδα κινείται στην αδέσποτη ζώνη ανάμεσα στην αυτο-ένταξη και στον αυτο-αποκλεισμό. Η πολιτισμική γονιμοποίηση λειτουργεί λιγότερο μέσω όσμωσης, και περισσότερο ως μονόδρομος – με αναστροφή στην πορεία των αιώνων: Η άλλοτε ►«μετακένωση της ανθρωπιστικής παιδείας στους Δυτικοευρωπαίους από τους Έλληνες»[29], αναστράφηκε κατά τη διάρκεια του νεοελληνικού κράτους: αρχικά, στον 19ο αιώνα, με θετικό πρόσημο, όταν δηλαδή οι λόγιοι ►«μεταφύτευσαν τις ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού στη μετεπαναστατική Ελλάδα», έπειτα όμως αντικαταστάθηκε από την αμφιλεγόμενη ►«φιλελευθεροποίηση των ηθών στην Ελλάδα» που η «δυτική επίδραση» έφερε.[30]
Ο Μπαμπινιώτης παραθέτει την περίφημη ρήση του Κωνσταντίνου Καραμανλή πως «ανήκομεν εις τη ►Δύση»στο ανάλογο λήμμα – με κάποια αποστασιοποίηση όμως, κυρίως επειδή ο όρος πλέον ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις έννοιες των «Μεγάλων δυνάμεων»[31] του «ευρω-ΝΑΤΟϊκού χώρου».[32] Η μάλλον αρνητική εκτίμηση του συγκεκριμένου χώρου αντικατοπτρίζει, αφενός, την εκεί προϊούσα «συρρίκνωση» της εικόνας της Ελλάδας[33] και, αφετέρου, την ανάλογη θεώρηση του αμερικανικού παράγοντος, στον οποίο δεν θα υπεισέλθουμε συστηματικότερα.[34] Άλλωστε οι ΗΠΑ διαθέτουν αφοσιωμένους τοποτηρητές στην Ευρώπη: ιδίως «οι Βρετανοί εξυπηρετούν τους Αμερικανούς και ►τούμπαλιν».
Απ’ όλα αυτά απορρέει μια αμφίσημη θεώρηση της ►Ευρώπης,ιδίως της σύγχρονης. Με την ομώνυμη γεωπολιτισμική οντότητα η Ελλάδα φυσικά συνδέεται, ιδίως στο επίπεδο της διανόησης[35], ενώ είχαν και έχουν κοινούς εχθρούς: «Οι βαρβαρικές επιδρομές βύθισαν την Ευρώπη στο ►σκοτάδι.» Σε μικρότερη κλίμακα αυτό αντιστοιχεί και σε σημερινές απειλές κατά της πολιτισμικής ομοιογένειας και της ακεραιότητας της Ελλάδας, «όπου δεν γίνονται [πια] σεβαστά τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη .. : Με τους λαθρομετανάστεςη Ελλάδα έχει καταντήσει ξέφραγο ►αμπέλι· όποιος θέλει έρχεται, όποιος θέλει φεύγει.» Το φαινόμενο αυτό είναι επικίνδυνο και απαιτεί ιδιαίτερη (ακόμη και ένοπλη) εγρήγορση.[36]
Με το συγκεκριμένο παράδειγμα, το λεξικό απηχεί άλλωστε τους φόβους του 82% των Ελλήνων, που σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία Ευρωπαϊκής κοινωνικής έρευνας πιστεύουν ότι «είναι καλύτερα για μια χώρα, εάν σχεδόν όλοι μοιράζονται τα ίδια έθιμα και τις ίδιες παραδόσεις» – σε αντίστιξη με το 56 % των Ισπανών και ακόμη χαμηλότερα ποσοστά στη Δυτ. Ευρώπη.[37] Σε μια ταυτόχρονη σφυγμομέτρηση, πάλι στο Ευρω-Βαρόμετρο, το 53% των ερωτηθέντων Ελλήνων επέμενε σε μια αποκλειστική ελληνική ταυτότητα, απορρίπτοντας μια παράλληλη, έστω μερικώς, Ευρωπαϊκή.[38] Ένα αξιόλογο ποσοστό πιστεύει μάλιστα ότι «η Ελλάδα δεν ανήκει καν στην Ευρώπη».[39] Αυτά τα αντιευρωπαϊκά αντανακλαστικά βασίζονται και πάλι εν μέρει στην αναπόφευκτη ταύτιση της Ευρώπης με το γραφειοκρατικό οικοδόμημα, «το ►διευθυντήριο των Βρυξελλών».
Αναλόγως και το λεξικόΜπαμπινιώτη μέμφεται «τους ισχυρούς της Ευρώπης»[40] που συχνά παρεμβαίνουν υπέρ άλλων στα δικά μας[41] – με το να απαιτούν (και συχνά να επιβάλλουν) ►υποχωρήσεις της Ελλάδας «στα κυριαρχικά μας δικαιώματα». Αναγνωρίζεται μεν (τουλάχιστον στην Α΄ έκδοση!) ότι η χώρα μας ►«βασίζεται στα κονδύλια της Ε.Ε.»[42] και ότι υπολείπεται των εταίρων σε πολλούς τομείς[43], ταυτόχρονα δε «ερμηνεύεται» προκαταβολικά η αγανάκτηση πολλών αναγνωστών ότι «η Ελλάδα δε μπορεί να αντιμετωπίζεται από την Ευρώπη ως φτωχός ►συγγενής.»[44]
Άλλωστε, πολλοί «συγγενείς» στην υπό διαμόρφωση κοινότητα προβληματίζουν. Η Αγγλία λ.χ. αποτελεί πρότυπο ιμπεριαλιστικής ►αυτοκρατορίας[45] – ακόμα και κατά τη ►δύση της – με επεμβάσεις και στη νεότερη ιστορία μας.[46] Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι Βρετανοί είχαν ►αποικία την Κύπρο και πως ►εξόρισαν τον Μακάριο. Έως σήμερα μάλιστα εξακολουθούν να κατακρατούν τα συλημένα γλυπτά της Ακρόπολης, τα οποία κάκιστα ονομάζονται ►Ελγίνεια, εφόσον με αυτόν τον τρόπο «η ►σύληση θα νομιμοποιόταν ως κτήση!»[47] Ενίοτε όμως ακόμη και δευτερεύουσες δυνάμεις συμπεριφέρονται απρεπώς: Έτσι, τρόπον τινά ως αντίποινα, ►μποϊκοτάρονται «ιταλικά και ολλανδικά προϊόντα, επειδή οι αντίστοιχες κυβερνήσεις υποστήριξαν ανθελληνικές θέσεις.»[48] Ξεχωρίζει η περίπτωση των Γερμανών.

Γερμανοί, Τούρκοι και ξένοι γενικώς – αντίποδες του Έλληνα
Η σκιαγράφηση της ελληνικής ταυτότητας απαιτεί την αντιδιαστολή με άλλες ταυτότητες κυρίως γειτόνων και (πρώην) εχθρών, με πρώτους τους Τούρκους και τους Γερμανούς. Ως προς τους τελευταίους – με τη διπλή ιδιότητα του άλλοτε εχθρού και νυν πανίσχυρου εταίρου – παρατηρείται μια διχασμένη προσέγγιση με έντονο (αν και όχι αδιάλειπτο) το στοιχείο της πολιτικής ορθότητας. Για το λεξικό Μπαμπινιώτη, σε αντίθεση με ορισμένα παλαιότερα λεξικά, τον κύριο αντίποδα του Έλληνα δεν αποτελεί ο Γερμανός, αλλά ο Τούρκος. Επανειλημμένα, βέβαια, γίνεται εξομοιωτική αναφορά και στους δύο, για να ερμηνευτούν λήμματα με αρνητικούς συνειρμούς, όπως ►εισβολή ή ►επέμβαση. Στο λήμμα ►γενοκτονία, οι ανατολικοί γείτονες «προηγούνται» με δύο αναφορές (σε βάρος Αρμενίων και Κούρδων), ενώ μια μόνο –εκείνη των Εβραίων– χρεώνεται στους Ναζί, δηλαδή όχι ρητάκαι διαχρονικά στους Γερμανούς. Σε ένα σημασιολογικά συγγενές λήμμα το σκορ είναι μάλιστα συντριπτικά (3: 0) «υπέρ» των Τούρκων: Στη ►«σφαγή των Κούρδων / των Ποντίων / των Αρμενίων» δεν αντιπαραβάλλεται ούτε μια περίπτωση που βαραίνει τους Γερμανούς και το ναζιστικό παρελθόν[49]. Τέλος, να αναφερθεί εδώ επίσης η σαφής εξομοίωση του επεκτατισμού της φασιστικής Ιταλίας το 1940 με εκείνον της σημερινής Τουρκίας.[50]
Εντούτοις, οι Γερμανοί δεν μένουν στο απυρόβλητο · απλώς αποτελούν συγκριτικά τον υπ’ αριθμόν δύο στόχο, ενώ το κρυφό νόημα ορισμένων λημμάτων παρεισέφρησε μόνο από την κερκόπορτα του υποσυνείδητου στη λεξικογραφική ερμηνεία. Για παράδειγμα, ο χρήστης που αναζητεί τα δυσοίωνα λήμματα «εκτέλεση» / «εκτελώ», στο λεξικό Μπαμπινιώτη δεν θα βρει αναφορές σε μοιραίες πρακτικές της ναζιστικής Κατοχής – σε αντίθεση με λεξικά της δεκαετίας του ’80, μετά την αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.[51] Η μόνη συνειρμική παραπομπή στους συνήθεις ύποπτους είναι η … Φιλαρμονική του Βερολίνου, η οποία ►εκτελεί την Τρίτη Συμφωνία του Μπετόβεν. Τυχαία μόνο ο απονήρευτος αναγνώστης ενδέχεται, ανάμεσα στις πολλές χρήσεις της πρόθεσης «από», να ανακαλύψει εκείνη που αναφέρεται σε κάποιο θύμα που «εκτελέστηκε ►από τους Γερμανούς» – λίγο μετά την ανώδυνη χρήση «τυρί ►από τη Γαλλία»…[52]
Το «φαινόμενο της κερκόπορτας», σύμφωνα με τον γράφοντα,δεν περιορίζεται στα κατοχικά: Έτσι, στο θεωρητικά ανώδυνο λήμμα ►ανάγκη, η αρχαΐζουσα ρήση «ανάγκα και θεοί πείθονται / δεινής ανάγκης ουδέν ισχυρότερο» επεξηγείται(μόνον στην 1η έκδοση!) ως εξής: «μπροστά στο αναπόφευκτο υποχωρούν ακόμη και οι θεοί · (γενικότ.) ακόμη και οι πιο αδιάλλακτοι και σκληροί άνθρωποι [sic] μπροστά στην αδυναμία να βρουν άλλη επιλογή, λύση, υποχωρούν, κάμπτονται: οι Γερμανοί υποχώρησαν τελικά μπροστά στις αμερικανικές πιέσεις· ~ ».
Περισσότερο από τα καθιερωμένα κατοχικά τεκμήρια[53] γερμανικής-ναζιστικής ύβρεως (με την αρχαία έννοια) προβληματίζουν τα σύγχρονα δείγματα που υπονοούν στοιχεία διαχρονικότητας. Έτσι επισημαίνονται δηλώσεις «Γερμανών υπουργών» οι οποίες –σε όλες τις εκδόσεις– «συνιστούν ►επέμβαση στα εσωτερικά της χώρας μας», ή ακόμη και ►«δυναμίτη στα θεμέλια της Ε.Ε.». Οι επεμβάσεις δεν περιορίζονται στο φραστικό επίπεδο, αφού ιδίως για τον πολύπαθο χώρο των Βαλκανίων το λεξικό υπαινίσσεται, όχι εντελώς αδικαιολόγητα, τον μεροληπτικό, ακόμη και αποσταθεροποιητικό[54] χαρακτήρα της γερμανικής πολιτικής. Στο ζοφερό φόντο δεν λείπουν, βέβαια, επαινετικές πινελιές, ξεκινώντας από τις «κλασικές» ►γερμανικές αρετές –όπως «πειθαρχία / ακρίβεια / οργάνωση»[55]– έως τις γερμανικές επιδόσεις στην επιστήμη, την ►τεχνολογία και τη βιομηχανία[56] · όλες αυτές όμως αποτελούν διαχρονικές σταθερές, ακόμη επί ναζισμού. Το ίδιο ίσχυε άλλωστε και για τις περίφημες «στρατιωτικές αρετές» του γερμανικού λαού, τις οποίες –μετεμφυλιοπολεμικά, και κυρίως κατά τη δεκαετία του 1950– επικαλούνταν κορυφαίοι εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού κόσμου της χώρας, με προεξάρχοντα τον στρατάρχη Αλ. Παπάγο, ως απαραίτητες για την υπεράσπιση της Δύσης κατά της παγκόσμιας κομμουνιστικής απειλής.[57]
Σημαντικότερη ως προς την εικόνα του Έλληνα, είναι ωστόσο η αντιπαραβολή του με τονΤούρκο–στον οποίο το λεξικό αφιερώνει 30 περίπου παράγωγα λήμματα[58] – χώρια από τις αμέτρητες έμμεσες αναφορές όπως, π.χ., στην ηρωίνη που ►«πέρασε στη χώρα μας από την Τουρκία».[59] Προτού όμως προχωρήσουμε στον αντικατοπτρισμό της τουρκικής ταυτότητας –με θετικό, εννοείται, πρόσημο– ας αναφερθούν ορισμένες αξιωματικές επισημάνσεις της λημματογράφησης.
Η ταυτότητα των Ελλήνων χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομογένειας και συνέχειας: Το ►έθνος[60] τους κατ’ ουσίαν έχει κοινή καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία και παράδοση. Ως προς τη συνέχεια, στο «ηρωικό ►παρελθόν» του ασφαλώς συμπεριλαμβάνεται (πέραν από τους αγώνες για την ανεξαρτησία κατά Ιταλογερμανών και ιδίως εναντίον των Τούρκων) ο «ένδοξος ►βυζαντινισμός», ενώ αφήνεται να εννοηθεί ότι οι Έλληνες είναι ►απόγονοι των Αρχαίων[61] – και όχι μόνο λόγω της «αδιάσπαστη[ς] ►συνέχεια[ς] της ελληνικής γλώσσας», των εθίμων και των ►δοξασιών.[62] Η έντεχνα διατυπωμένη προτροπή πως «πρέπει να μιμηθούμε τους ένδοξους ►προγόνους μας» μπορεί να αναφέρεται σε όλες τις ένδοξες περιόδους. Κατά συνέπεια, ο Έλληνας[63] έχει λόγο να «αισθάνεται ►υπερηφάνεια για την ιστορία της χώρας του», και γενικότερα να είναι «►υπερήφανος που γεννήθηκε σε αυτή τη χώρα.» Οι λόγοι που μας κάνουν «εθνικά ►υπερήφανους» δεν εντοπίζονται λοιπόν μόνο στο μακρινό παρελθόν, αλλά τροφοδοτούνται και από σύγχρονες επιτυχίες, last but not least και αθλητικής φύσεως.[64]
Προφανώς οι ερμηνευτικές προδιαγραφές του λεξικού, για άλλη μια φορά, συμπίπτουν με τη «λαϊκή βούληση», την πλειοψηφική άποψη του αναγνωστικού κοινού που με τη σειρά της επαληθεύει την ερμηνεία του λεξικού – κλείνοντας τον κύκλο. Σφυγμομετρήσεις, στην περίοδο των ποδοσφαιρικών και ολυμπιακών θριάμβων του 2004, θα αναδείξουν τους Έλληνες –με 97%– (και πάλι) ως τον πιο υπερήφανο λαό της Ευρώπης.[65]
Διαχρονική λοιπόν η «φαντασιακή κοινότητα»[66] των Ελλήνων – και πολλά και ποικίλα τα γνωρίσματά της. Εδώ, πέραν από τα ήδη αναφερθέντα, εξαίρονται η δημοκρατική παράδοση[67] και ο ►πατριωτισμός, όπου το λεξικό δεν παραπέμπει μόνο στο γνωστό άρθρο του συντάγματος, αλλά τον συνδέει και με παρεμφερή λήμματα.[68] Παρομοίως, το λεξικογραφικό επιτελείο καθιερώνει –αρχικά– τη ►φιλοξενία ως «πατροπαράδοτη αρετή των Ελλήνων»[69]. Το παράδειγμα αυτό αφαιρείται όμως σιωπηρά στη 2η και 3η έκδοση, προφανώς επειδή προσκρούει στα αποτελέσματα της σχετικής έρευνας που έχει ήδη αναδείξει την Ελλάδα σε «ευρωπαϊκή πρωταθλήτρια στους δείκτες της ξενοφοβίας»[70]. Εντούτοις, το μήνυμα επανακάμπτει και στις εκδόσεις αυτές, έστω σε λιγότερο προβεβλημένο λήμμα – επίσης από την πίσω πόρτα.[71] Άλλωστε, σε πολλά λήμματα, η έννοια ξένος συνδέεται με αρνητικούς συνειρμούς: Ανάλογα με τα συμφραζόμενα, οι ξένοι εμφανίζονται ως υποδεέστεροι, μπανάλ, ενοχλητικοί, επικίνδυνοι, αφελείς (►κουτόφραγκοι, ►αμερικανάκια), διπρόσωποι ή ύποπτοι[72]: Ήδη «στη Μικρασιατική καταστροφή συνέβαλαν και οι ξένες δυνάμεις, ►άσπονδοι φίλοι της Ελλάδας.»
Το μήνυμα είναι σαφές. Συνιστάται τουλάχιστον σκεπτικισμός, επιφυλακή, ως προς τις ξένες δυνάμεις που –και πάλι– συγκαταλέγονται στους συμβατικούς «φίλους» της χώρας. Άλλωστε και σήμερα, οι σχετικοί συνειρμοί του επιθέτου ‘ξένος’ και συνωνύμων[73] του παραμένουν αρνητικοί ή τουλάχιστον ενοχλητικοί. Κατά συνέπεια επιβάλλεται η αγρυπνία (ακόμη και των ενόπλων δυνάμεων) ενάντια σε «κάθε ξένη ►επιβουλή». Η χώρα μοιάζει σαν πολιορκημένη, αν όχι διαβρωμένη, αφού ήδη υπάρχει ►εξάρτηση «από ξένες δυνάμεις». Ξένοι πράκτορες ►κατασκοπεύουν ασύστολα · ►«κινήσεις ξένων τρομοκρατικών ομάδων» καταγράφονται · ξένες κυβερνήσεις αδικούν κατάφωρα την Ελλάδα. Εν γένει «ο ξένος παράγοντας ►επεμβαίνει στα εσωτερικά της χώρας μας με απαράδεκτο τρόπο.»
Ακόμη και τα ►καραβάνια τον ►τουριστών,κυρίως από τον Βορρά[74], που ►«κατακλύζουν κάθε χρόνο τα νησιά μας», δεν προκαλούν θετικούς συνειρμούς, με μόνη εξαίρεση το οικονομικό κέρδος[75]. Αξίζει να σημειωθεί η εξήγηση της μεταφορικής σημασίας του διαχρονικού (σε όλες τις εκδόσεις!) λήμματος ►Ούννοι: «πλήθος που προκαλεί καταστροφές, στίφη βαρβάρων (συνήθως για τα πλήθη των τουριστών ή για τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής)». Ταυτίζονται δηλαδή δύο εισβολές βαρβάρων, ξένων, που με διαφορετικό τρόπο διατάραζαν και διαταράσσουν τα αυθεντικά μοντέλα ελληνικής ταυτότητας και πολιτισμού, κοντολογίς της ρωμιοσύνης. Το σχετικό λήμμα ερμηνεύεται άλλωστε ως εξής: «Οι Έλληνες φύλαξαν καλά τη ►ρωμιοσύνη τους» – η οποία ταυτόχρονα προσδιορίζεται ως οι «ιδιότητες και το ήθος που διαμόρφωσε η ορθόδοξη παράδοση και η ιστορική πορεία του νεότερου ελληνισμού (λ.χ. το φιλότιμο, η λεβεντιά, το μεράκι, η παλληκαριά)». Ωστόσο, χρειάζεται ►εγρήγορση[76] για την περαιτέρω φύλαξη των αξιών[77] αυτών, εφόσον ελλοχεύουν κίνδυνοι: «Αν αποκοπούμε από τις ►ρίζες μας, θα χάσουμε τη εθνική μας ταυτότητα».
Βέβαια, σχετικά με την ταυτότητα αυτή δεν λείπουν από το λεξικό κάποια λήμματα αυτοσαρκασμού.[78] Ωστόσο, ο άοκνος αναγνώστης θα παρηγορηθεί πάραυτα μόλις ανακαλύπτει πως «πολλά από τα ελαττώματα της φυλής μας αποδίδονται στην ►τουρκοκρατία», η οποία λοιπόν έχει αφήσει και άλλη μια άχαρη κληρονομιά στους Έλληνες. Σε πολλά λήμματα όμως, ιδίως της Α΄ έκδοσης, ο χρήστης απαντά πιο χειροπιαστά, καίρια, προβλήματα, λανθάνοντες κίνδυνους, ως απόρροια της διαχρονικά δύσκολης γειτνίασης[79]. Ξεχωρίζει η ρητή διαπίστωση πως «υπάρχει μια ►αιώνια[80] έχθρα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων», η οποία στις μεταγενέστερες εκδόσεις θυσιάζεται χάριν της νέας πολιτικής ορθότητας, που απέρρεε από τη βελτίωση του «δημόσιου» ελληνοτουρκικού κλίματος εξαιτίας και της «διπλωματίας των σεισμών» (1999). Αλλά και έπειτα, ενδεχόμενες απορίες για τους υπαίτιους της όποιας έχθρας ή αντιπαλότητας[81] λύνονται αξιωματικά εκ των προτέρων: «Οι Έλληνες είναι ►ειρηνικός λαός» ενώ, από την άλλη, ως συνώνυμο του ρήματος ►λυσσώ καθιερώνεται το «γίνομαι Τούρκος».[82] ‘Όταν συμβαίνει οι δύο χώρες να προβαίνουν σε παρόμοιες (επεκτατικές) στρατηγικές, τότε κρίνονται με δύο μέτρα και σταθμά: Συγκεκριμένα, ο οικονομικός έλεγχος της Βαλκανικής από την Ελλάδα θεωρείται θεμιτός και ποθητός[83], ενώ προφανώς δεν ισχύει το ίδιο όταν «η Τουρκία επιδιώκει να διαδραματίσει ►κυρίαρχο ρόλο στα Βαλκάνια.»[84]
Πολλά λήμματα θυμίζουν τη διαχρονική αντιπαλότητα ως βασικό συστατικό της νεοελληνικής ταυτότητας και μνημονικής κουλτούρας: Οι ►θρήνοι για την ►άλωση[85] της Πόλης, οι τέσσαρες αιώνες που «οι υπόδουλοι Έλληνες ►στέναζαν υπό τον τουρκικό ζυγό.»[86] Μετά την ►επανάσταση του ’21, στα χρόνια του Αγώνα[87], «όσους συνέλαβαν οι Τούρκοι τους ►παλούκωσαν», ενώ ορισμένους –όπως τον Δασκαλογιάννη ή τον Αθανάσιο Διάκο– τους ►έγδαραν ζωντανούς ή τους ►σούβλισαν.[88]
Οι παλαιές οδυνηρές εμπειρίες επιβεβαιώθηκαν και στον 20ό αιώνα. Εξέχουν οι ωμότητες κατά τη Μικρασιατική καταστροφή: «Ρώτησε αυτόν που ήταν στην καταστροφή της Σμύρνης να σου πει τι ►εστί Τούρκος!»[89] Πιο πρόσφατα παραδείγματα αποτελούν το ►πογκρόμ του ►μαύρου Σεπτέμβρη του ‘55 και η ►εισβολή του ►Αττίλα στην Κύπρο.[90] Γενικότερα όμως, και έως σήμερα υφίσταται απειλή εκ μέρους του αδιάλλακτου γείτονα[91], ο οποίος ►παραβιάζει τον εθνικό εναέριο χώρο μας, «►εποφθαλμιά τα νησιά του Αιγαίου»[92], και γενικά ►κλιμακώνει την ένταση – αρνούμενος «να συμμορφωθεί προς τους κανόνες του διεθνούς δικαίου»[93].
Δυστυχώς όμως, όπως επικρίνει το λεξικό (στην Α΄ έκδοσή της), «η ►απάντηση της Ελλάδας»στις τουρκικές προκλήσεις συχνά ισοδυναμεί με υποχώρηση ή ►απραξία. «Η Ελλάδα πρέπει να πάρει τις κρίσιμες αποφάσεις για τα εθνικά μας θέματα · ►ήγγικεν η ώρα».[94]

Ο Έλλην – ανάδελφος;
Μάλλον δεν χρειάζονται πια άλλες αποδείξεις πως η ταυτότητα του Έλληνα διαμορφώνεται κυρίως μέσα από τη συνεχή αντιπαράθεση με τους ►αλλόφυλους[95]. Όσες εσωτερικές διαφοροποιήσεις αναφέρονται στο λεξικό αφορούν ενδοελληνικές ετερότητες με ομόφυλους «άλλους», κυρίως στη σφαίρα της πολιτικής ή … του ποδοσφαίρου, αλλά σχεδόν ποτέ σε εθνοτικές διαιρέσεις[96]: Οι ►Τσάμηδες περιορίζονται σε ένα (ιστορικά) λειψό λήμμα και στον ►τσάμικο («παραδοσιακός ελληνικός χορός»)[97]. Τα λήμματα ►Ρομ και ►αθίγγανος παραπέμπουν στον «έξω από τα πλαίσια της κοινωνικής οργάνωσης» ►γύφτο[98] και στον ►Τσιγγάνο. Το τελευταίο συνώνυμο περιέχει μάλιστα και ίχνη δεξιοτεχνίας και ρομαντισμού, εφόσον οι Τσιγγάνοι «στην Ελλάδα έγιναν γνωστοί ως σιδεράδες και οργανοπαίκτες», ενώ γενικότερα «θεωρούνται σύμβολα της ελεύθερης, χωρίς περιορισμούς ζωής».[99] «Η μουσουλμανική ►μειονότητα τής Ελλάδας» (όπως άλλωστε και «οι ►τουρκόφωνοι πληθυσμοί της Θράκης»[100]) απλώς αναφέρονται πως υπάρχουν – χωρίς την παραμικρή περαιτέρω διευκρίνιση, ενώ κάπως αντισταθμίζεται από την επίσης λακωνική αναφορά της «ελληνικής ►μειονότητας τής Αλβανίας» στο ίδιο λήμμα.[101] Και πάλι σε όλες τις εκδόσεις απουσιάζουν εντελώς οι «Ρωμανιότες» ή «Ελληνοεβραίοι», καθώς και η εναπομένουσα σλαβόφωνη μειονότητα (με όποια ονομασία). Έτσι επιτυγχάνεται η ενότητα του λαού «προς τα έξω», αφού μάλιστα η αρραγής εθνική ►ομοψυχία είναι απαραίτητη για την απόκρουση των πολλαπλών εξωτερικών απειλών[102], επιρροών και ανακατατάξεων.
Στην παγίωση αυτής της εικόνας συντείνει και άλλη μια (διαχρονική) ιδιαιτερότητα του λεξικού: Οι κατ’ αρχήν θετικές έννοιες του ►πρόσφυγα και εν γένει της ►προσφυγιάς «ελληνοποιούνται» εξ ολοκλήρου.[103] Το ίδιο ισχύει για τον όρο ►μετανάστη[104]. Καλύτερη απόδειξη είναι το παράδειγμα σε άλλο λήμμα: «Οι μετανάστες κράτησαν μέσα στη ψυχή τους άσβεστη τη φλόγα της ►ρωμιοσύνης.» Ταυτόχρονα προβάλλεται η ζωντανή σχέση του –μονίμως ή μη– ξενιτεμένου με την πατρίδα και το έθνος, μαζί με τη γενικότερη πατριωτική προσφορά του Ελληνισμού εκτός συνόρων.[105] Με τα δεδομένα αυτά, μόνο η ►λαθρομετανάστευση είναι ξένης προέλευσης και ως τέτοια εγκυμονεί κινδύνους[106].
Και εδώ πάλι το λεξικό συνάδει με μεγάλη, αν όχι πλειοψηφική μερίδα των αναγνωστών του, αφού ακόμη και σε πρώην προσφυγικές κοινότητες, υφίσταται έντονη απροθυμία να «ισοπεδωθούν», να αντιπαραβληθούν δηλαδή, οι δικές τους οδυνηρές συλλογικές μνήμες με ανάλογες εμπειρίες των Αλβανών ή άλλων μεταναστών στη σημερινή Ελλάδα.[107] Τέτοιες προσεγγίσεις παραβλέπουν ότι με τη δεύτερη και τρίτη γενιά των μεταναστών κλυδωνίζεται ήδη το κυρίαρχο μοντέλο της Ελλάδας ως εξαίρετο παράδειγμα εθνικής, πολιτισμικής, θρησκευτικής και γλωσσικής ομογένειας.[108]
Ταυτόχρονα όμως τίθεται εκ νέου το ερώτημα σχετικά με τον Σαρτζετάκειο όρο για το «έθνος ►ανάδελφο».Το λεξικό απλώς καταχωρεί το λήμμα – αποφεύγοντας να κάνει την ταύτιση. Αναζητώντας όμως το λήμμα ►αδελφός ή ολίγον παραπέρα, ο αναγνώστης εντοπίζει συνολικά τρεις «αδελφούς μας»: τους αυτονόητους Κυπρίους, τους ►αλύτρωτους[109] Βορειοηπειρώτες, και –lastbutnotleast αφού δεν πρόκειται για ομόφυλους– τους ►ομόδοξους Σέρβους, τιμής και θρησκείας ένεκεν! «Στον αγωνιζόμενο λαό της Σερβίας» αφιερώνεται μάλιστα επιπλέον το συναισθηματικά φορτισμένο λήμμα ►αλληλεγγύη. Υπενθυμίζεται ότι η Α΄ έκδοση του Λεξικού κυκλοφόρησε το ’98, ένα χρόνο πριν από τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας. Μέχρι το 2002, έτος έκδοσης της Β΄ έκδοσης, είχαν φτάσει όμως και στην Ελλάδα τα πρώτα μαντάτα από τη Σρεμπρένιτσα (1995!), και έτσι αποκαθηλώθηκαν Σέρβοι και Σερβοβόσνιοι.[110] Ελλείψει αδελφών λαών, ο γράφων αναζήτησε τουλάχιστον κάποιον «φίλο λαό» – εις μάτην. Απλώς κατάφερε να εντοπίσει μεμονωμένους φίλους της χώρας και των ανθρώπων της. Στην κατηγορία αυτή ξεχωρίζει, ως μονάς, ο Ούλοφ Πάλμε που «υπήρξε ►φίλος της Ελλάδας».[111]
Επομένως παραμένει το καίριο και δυσεπίλυτο ερώτημα: Τελικά η Ελλάδα από ντε φάκτο «ανάδελφο έθνος» – ομφαλοσκοπώντας απομονωμένη σε έναν εχθρικό[112] ή, στην καλύτερη περίπτωση, αδιάφορο περίγυρο– μήπως μετεξελίσσεται πλέον με ή χωρίς τη θέλησή της σε συνιστώσα ευρύτερης οντότητας; Η άλλοτε «αδελφική» σχέση με τη Σερβία ποτέ δεν επεκτεινόταν στα υπόλοιπα Βαλκάνια. Η λανθάνουσα αντι-βαλκανική τοποθέτηση του λεξικού βρίσκει ανταπόκριση στους (αναμφίβολα πολλούς) αναγνώστες που διατηρούν λανθάνουσες επιφυλάξεις για τους βόρειους γείτονες εξαιτίας παλαιών διαχωριστικών γραμμών και φόβων που εξακολουθούν να σχετίζονται με τον πανσλαβισμό[113] και το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Έτσι, πέραν των καθαρά γεωγραφικών δεδομένων, τα μοναδικά λήμματα ένταξης της Ελλάδας στα Βαλκάνια που ο γράφων μπόρεσε να εντοπίσει υπήρξαν ιστορικής φύσεως και μάλιστα «τουρκογενή»: Η ►τουρκοκρατία, καθώς και ο συνασπισμός[114] των βαλκανικών κρατών το 1912 κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Με την ευρύτερη οντότητα της Ευρώπης υπάρχουν μεν περισσότεροι δεσμοί, αλλά αυτοί φαντάζουν ισχνοί και επισφαλείς. Κατά συνέπεια, βρέθηκε μια μόνο αναφορά σε –περιστασιακή– συστράτευση της Κοινότητας προς αντιμετώπιση εξωτερικής (μάλλον οικονομικής φύσεως) απειλής: εκείνη κατά της «αμερικανικής πρόκλησης»[115] – και αυτή έχει ήδη αφαιρεθεί… Στο σκιαγραφημένο σκηνικό δεν μένει λοιπόν για τους Έλληνες άλλη εύλογη δυνατότητα ένταξης εκτός από την ιστορική μεσογειακήανθρωπολογία[116], στην οποία δεν έχουν χώρο οι ►ανατολίτες ►Τούρκοι.[117]
Ο σκεπτικισμός του λεξικογράφου απέναντι στην Ευρώπη της Δύσης και του Βορρά[118] δεν οφείλεται μόνο σε καταγραμμένες άστοργες ή ανθελληνικές συμπεριφορές της συλλογικότητας των Ευρωπαίων εταίρων, αλλά και στη ρητά προβαλλόμενη θέση της ασυμβατότητας χαρακτήρων: Ως συστατικά της ►βόρειας ιδιοσυγκρασίας προβάλλονται «σοβαρότητα, αυτοπειθαρχία έως και ψυχρότητα». Συνακολούθως «οι ►Βόρειοι είναι πιο συγκρατημένοι […] από τους Μεσόγειους». Οι πρώτοι «φαίνονται ανέκφραστοι και απαθείς, σαν να μην κυλάει ►αίμα μέσα τους.»[119] Αναλόγως τους λείπει και ο αυθορμητισμός, ιδιότητα που θεωρείται εξέχον «χαρακτηριστικό της μεσογειακής ►ιδιοσυγκρασίας». Αντίποδες λοιπόν, αφενός, οι Γερμανοί –που τους χαρακτηρίζει το κλασικό τρίπτυχο «πειθαρχία / ακρίβεια / οργάνωση»[120]– και, αφετέρου, οι Έλληνες που ευτυχώς ή δυστυχώς έχουν ως γνώρισμα «μία άλλη ►φιλοσοφία».[121]
Παρέκκλιση απ’ αυτούς τους μονοδιάστατους στερεοτυπικούς κανόνες αποτελεί ένα λήμμα που παραπέμπει σε ένα «σπάνιο ►κράμα μεσογειακού πάθους και γερμανικής μεθοδικότητας» –ασφαλώς όχι ως πρόταση προσέγγισης ή συμβιβασμού, αλλά ως οξύμωρο σχήμα! Για τον γράφοντα ωστόσο το εν λόγω οξύμωρο θα συνιστούσε την ιδανική ραχοκοκαλιά της επιζητούμενης και πολυπόθητης κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας…[122].

Επίλογος: Ο τραχύς δρόμος προς την πολιτική ορθότητα

«Έργο τιτάνειο, αλλά, ευτυχώς, όχι σισύφειο»
Γ. Μπαμπινιώτης[123]

Ο γράφων θα ήθελε να επισημάνει ότι, μαζί με άλλα λεξικά της Νεοελληνικής, έτσι και το λεξικό Μπαμπινιώτη του έχει χρησιμεύσει πολλές φορές από τη στιγμή της πρώτης έκδοσής του, το 1998. Ταυτόχρονα όμως κρατούσα σημειώσεις σχετικά με τις απορίες ή και ενστάσεις για πολλές από τις διδόμενες ερμηνείες. Η αόριστη ιδέα μιας ενδεχόμενης μέλλουσας δημοσίευσης μετατράπηκε πολύ αργότερα σε συγκεκριμένο εγχείρημα, το οποίο επικεντρώθηκε στο ζήτημα των ταυτοτήτων. Με την πάροδο του χρόνου, είχα συγκεντρώσει από την Α΄ έκδοση του λεξικού –αρχικά περιστασιακά, έπειτα όλο και πιο συστηματικά– έναν πλούσιο θησαυρό σχετικών λημμάτων που στη φάση της συγγραφής αντιπαραβαλλόταν με τα αντίστοιχα λήμματα των μεταγενέστερων εκδόσεων και (εν μέρει αναθεωρημένων) ανατυπώσεων[124].
Η αντιπαράθεση αυτή επιφύλασσε εκπλήξεις, και όχι τόσο στο καθαρά γλωσσικό επίπεδο. Υπενθυμίζουμε τον σάλο που είχε προκαλέσει η πρώτη έκδοση, όχι εξαιτίας των επιστημονικών αντιρρήσεων για αμφισβητούμενα ζητήματα ορθογραφίας, ετυμολογίας ή γραμματικής, αλλά για ορισμένες σκωπτικές-υβριστικές, ακόμη και «εθνικώς ύποπτες» [!] μεταφορικές έννοιες / χρήσεις. Στις βίαιες ή και υστερικές διαμαρτυρίες, τον χορό έσερναν πρώτα τα ποδοσφαιρικά σωματεία και «ακολουθού[σα]ν υπουργοί, δήμαρχοι, καθηγητές και εθνοτοπικές ενώσεις».[125] Παρά την αρχική ρητή άρνηση του Γ. Μπαμπινιώτη («Δεν θα αφαιρέσω ούτε μια λέξη. Δεν θα υποκύψω στο διωγμό των λέξεων.»)[126], σε συνδυασμό με την αμυντική γραμμή της «έμπρακτης εθνικοφροσύνης»[127], τελικά υπέκυψε στη θύελλα των στρατευμένων διαμαρτυριών. Λίγους μήνες αργότερα, εκείνες από τις καταχρηστικές σημασίες και χρήσεις για τις οποίες είχαν εκφραστεί οι πιο πιεστικές, ακόμη και δικαστικές, καταγγελίες – ιδίως στα λήμματα ►Βούλγαρος [ΠΑΟΚτζής] και ►Πόντιος[128]– απαλείφθηκαν σε (διορθωμένη) «επανεκτύπωση», η οποία όμως δεν εκλήφθηκε ως νέα έκδοση. Έτσι, η επίσημη Β΄ έκδοση κυκλοφόρησε μόλις αρχές 2002, ενώ η Γ΄ έκδοση ακολούθησε το καλοκαίρι του 2008.
Στο προκείμενο άρθρο οι αναφορές παραπέμπουν, αν δεν επισημαίνεται κάτι άλλο, στην αρχική Α΄ έκδοση. Στην ερμηνευτική της συνιστώσα εκφράζει, κατά τον μέγιστο δυνατό βαθμό, αυτούσια τον λεξικογράφο και το κοινωνικό σύστημά του στο οποίο κινείται, στοχάζεται, λειτουργεί – προτού υποκύψει στις αξιώσεις της πολιτικής ορθότητας. Ιδίως στο θέμα της ταυτότητας (και κυρίως της ελληνικής σε αντιπαράθεση με όλες τις άλλες) η Α΄ έκδοση χαρακτηρίζεται από ένα ενιαίο πνεύμα, «ανόθευτο» από τις πολλαπλές παρεμβολές. Αντίθετα, οι σχετικές αλλαγές στις μεταγενέστερες εκδόσεις αντικατοπτρίζουν τη –μετά την τραυματική εμπειρία του 1998– μόνιμη πια φροντίδα του λεξικογράφου όχι μόνο να ικανοποιήσει τις ήδη εκφρασθείσες («υπολογίσιμες») ενστάσεις, αλλά ιδίως να προλάβει μελλοντική κριτική σε άλλα προβληματικά λήμματα. Η συγκεκριμένη γλωσσική εκκαθάριση διεξήχθη σε βάθος, όχι όμως χωρίς ανακολουθίες. Πολλές από αυτές είναι ηθελημένες, όταν ερμηνείες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αντιρρήσεις, «φυγαδεύονται» από το οικείο λήμμα για να επανακάμψουν από την πίσω πόρτα ενός άσχετου λήμματος.[129] Άλλες ανακολουθίες είναι δυσεξήγητες, π.χ. όταν στην πρόθεση ►από, ο εκτελεσμένος από τους Γερμανούς παραμένει, ενώ το «τυρί από τη Γαλλία» εξαφανίζεται…
Στα χρόνια που μεσολαβούσαν ανάμεσα από την μια στην άλλη έκδοση, ο Γ. Μπαμπινιώτης εμφορούνταν από την «επιδίωξη της ακόμη μεγαλύτερης βελτίωσης του έργου με νέες ή επιπρόσθετες λεξικογραφικές πληροφορίες.» Βεβαίως, «σε μια νέα έκδοση δεν έχει μόνο σημασία τι νέο βάζεις αλλά –και αυτό είναι το δυσκολότερο– έχει εξίσου μεγάλη σημασία και τι βγάζεις, όχι μόνο για οικονομία χώρου […], αλλά επειδή η χρήση της γλώσσας το έχει ξεπεράσει.»[130]
Προφανώς, στο κατώφλι της 3ης χιλιετίας, πολλές διαχρονικές αιχμές και οξύτητες στη χρήση της ελληνικής γλώσσας είχαν αμβλυνθεί. Και, όπως φαίνεται από το αποτέλεσμα, η λεξικογραφική ομάδα το έλαβε υπόψη. Έτσι, ήδη στην Β΄ έκδοση[131] εντοπίζονται ως προς τις ταυτότητες πολυάριθμες αναπροσαρμογές προς την πολιτική ορθότητα, οι οποίες μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής:
1) Ακόμη και στους «αιώνιους» ή/και στους επίκαιρους εχθρούς και αντιπάλους μετριάστηκε πλέον η οξύτητα των «ερμηνευτικών» παραδειγμάτων. Αυτό ισχύει πρωτίστως για τους Τούρκους, οι οποίοι δεν επιστρατεύονται πια ως παράδειγμα ►αιώνιας έχθρας. Διατηρούνται, βέβαια, ως συνώνυμο άγριας και επιθετικής συμπεριφοράς του απώτερου και εγγύτερου παρελθόντος (Τουρκοκρατία, 1821, 1922, 1955, Αττίλας) αλλά αναφέρονται πολύ λιγότερα ως αρνητικά παραδείγματα του παρόντος. Για τον λόγο αυτό, δεν χρειάζεται πλέον να προβληθεί τόσο συχνά η –κατά περίπτωση– ►απάντηση[132] ή ►απραξία της ελληνικής κυβέρνησης. Άλλωστε, ακόμη και τα σκληρά ναρκωτικά ►περνούν πλέον στη χώρα μας από (αδιευκρίνιστα πια) «αφύλακτα συνοριακά σημεία» – δηλαδή δεν κατονομάζεται πια η Τουρκία. Πολύ μικρότερη, αντιθέτως, είναι η «έκπτωση» που το λεξικό παραχωρεί στην ΠΓΔΜ. Ουσιαστικά όλα τα αναφερθέντα σημεία κριτικής διατηρούνται, μόνο το λήμμα ►τρίζω ερμηνεύεται με ανώδυνο τρόπο.[133] Ταυτόχρονα αποφεύγεται έτσι η συνδυαστική παραπομπή στο γειτονικό κρατικό μόρφωμα και τον Μέγα Αλέξανδρο – έστω με αρνητικό πρόσημο.
2) Αντιστοίχως, η αρνητική εικόνα των Γερμανών περιορίζεται κυρίως στην περίοδο του ναζισμού και της Κατοχής, χωρίς να λείπουν ωστόσο οι κάποιες (σαφώς λιγότερες) αναφορές σε σκληρές συμπεριφορές Γερμανών πολιτικών.[134]
3) Και ως προς τους υπόλοιπους Δυτικούς (►άσπονδους) φίλους, οι αρνητικές παραπομπές μειώνονται τουλάχιστον σε σχέση με τη σύγχρονη εποχή.[135]
4) Αναλόγως εξαφανίζονται σχεδόν ολοσχερώς οι ποικίλες αναφορές για την καταγγελθείσα (στην Α΄ έκδοση) ενεργή συμμετοχή των Γερμανών και των άλλων Δυτικών, ακόμα και των «γερακιών του Πενταγώνου», στη αιματηρή διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Η Βοσνία, μαζί με τη (σωτήρια για αυτήν) φυγή της από την επικαιρότητα, έπαψε επίσης να είναι το μόνιμο θύμα στις στήλες του λεξικού. Κατά συνέπεια, και η Κροατία δεν αναφέρεται πια ως πιόνι της Γερμανίας.[136]
5) Η κατάργηση του μανιχαϊστικού σκηνικού της Γιουγκοσλαβίας, παρασύρει και τους Σέρβους: Δεν αποκαθηλώνονται μόνο ως ►αδελφοί (μας), αλλά τους αφαιρέθηκε ακόμη και η ►αλληλεγγύη μας, η οποία προσφέρεται πλέον απλόχερα «στους διωκόμενους Κούρδους».
6) Χάνοντας όμως και τους τελευταίους αλλόφυλους «αδελφούς», τους Σέρβους, και με μοναδικό ►φίλο τον μακαρίτη Ούλοφ Πάλμε, η πορεία των Ελλήνων γίνεται ακόμη πιο μοναχική – δηλαδή φτάσαμε ουσιαστικά στο έθνος ανάδελφο.
7) Αυτή η μοναχική πορεία και, γενικότερα, «οι καιροί», απαιτούν φυσικά να βρίσκεται το έθνος σε ►εγρήγορση και ►ομοψυχία, ►φυλάσσοντας τη ►ρωμιοσύνη του, καθώς και τα σύνορα της πατρίδας – που εξακολουθεί να είναι «ξέφραγο ►αμπέλι». Πράγματι, ο ελλοχεύων κίνδυνος της εσωτερικής διάβρωσης και μη ομογένειας εμφανίζεται στις εκδόσεις της νέας χιλιετίας μάλλον ως κύρια απειλή, επειδή οι σχετικές προειδοποιήσεις παραμένουν, ενώ οι εξωτερικοί κίνδυνοι από παλαιούς και νέους εχθρούς, όπως είδαμε, έχουν κάπως μετριαστεί. Σε αυτό συμβάλλει και η θετικότερη θεώρηση της ευρωπαϊκής κοινότητας, καθώς και του εκτοπίσματος της Ελλάδας ως εταίρος αυτής. Αυτή η αναβάθμιση της αυτοεικόνας οφείλεται και στο γεγονός ότι –σε αντίθεση με την εποχή της Α΄ έκδοσης– η Ελλάδα, όπως φαίνεται, δεν ►βασίζεται πια στα κονδύλια της Ε.Ε.! Από κει πηγάζουν μάλλον και κάποιες αισιόδοξες προσθήκες της Β΄ και Γ΄ έκδοσης: «Είμαστε ►υπερήφανος λαός και δεν ανεχόμαστε να μας προσβάλλουν οι ξένοι». Και, προφανώς, οι τελευταίοι το είχαν πάρει απόφαση. «Κάποτε η χώρα μας ήταν ο φτωχός ►συγγενής της Ευρώπης, ενώ τώρα είναι ισότιμο μέλος των προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών στην Ε.Ε.».[137]
Είθε οι μελλοντικές εξελίξεις της χώρας να μην καταστήσουν αναγκαία, στην Δ΄ έκδοση, μια ακόμα αναθεώρηση του τελευταίου παραθέματος.

[1] Δημοσιεύθηκε στη Νέα Εστία, τχ. 1844, Μάιος 2011, σ. 910-936.
Μια πρώτη, σύντομη μορφή της προκείμενης μελέτης παρουσιάστηκε στο 4ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (Γρανάδα, Σεπτέμβριος 2010).
[2] «significant others», βλ.: Anna Triandafyllidou, «National Ιdentity and the ‘Οther’». περ. Ethnic and Racial Studies, τχ. 21:4 (1998, σ. 593-612).Πρβλ. το ερμηνευτικό παράδειγμα για το εν λόγω λήμμα: «Γύρισες από το εξωτερικό ►αλλιώτικος!», στο: Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, 1η έκδοση, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998. Το ίδιο παράδειγμα χρησιμοποιείται και στη 2η και στην 3η έκδοση. (Το προκείμενο παραπέμπει κατ’ αρχήν στην πρώτη έκδοση του λεξικού, στις άλλες εκδόσεις μόνον εφόσον υπάρχει ουσιώδης διαφορά.)
[3] Arto Murtanen, «About the Notion of Identity», περ. Limes, 2010, 3: 1, σ. 31. – Τα ένθεν και ένθεν αρνητικά στερεότυπα είναι έντονα, όπως ο γράφων γνωρίζει από προσωπική πείρα.
[4] Χάγκεν Φλάισερ, Οι πόλεμοι της μνήμης. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία, Νεφέλη, Αθήνα 2008, σ. 228. Πρβλ. επίσης: Χάγκεν Φλάισερ, «Nationalsozialistische Besatzungsherrschaft im Vergleich. Versuch einer Synopse.» Στο: Wolfgang Benz et al. (επιμ.), Anpassung – Kollaboration – Widerstand. Kollektive Reaktionen auf die Okkupation. Metropol, Berlin 1996, σσ. 257-302.
[5] Nick Hopkins & Neil Murdoch, «The Role of the ‘Other’ in National Identity: Exploring the Context-dependence of the National Ingroup Stereotype», περ. Journalof Community & Applied Social Psychology, τχ. 9, 1999, εδώ: σ. 323.
[6] «Ως αντεστραμμένο είδωλο της ταυτότητας, η ετερότητα περιέχει αρνητικά αξιολογικά γνωρίσματα που καθιστούν τον ‘άλλο’ υποδεέστερο.» Ευθύμιος Παπαταξιάρχης, «Τα άχθη της ετερότητας: Διαστάσεις της πολιτισμικής διαφοροποίησης στην Ελλάδα του πρώιμου 21ου αιώνα», στο: Ευθύμιος Παπαταξιάρχης (επιμ.) Περιπέτειες της ετερότητας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σ. 29.
[7] «Rusé ou filou comme un Grec. Voir escroc, fripon.» (Πρβλ. Το Βήμα, 3.8.1960 / Athens News, 4.8.1960, Archives du Ministère des Affaires Etrangères, Paris, EU 44-70, Grèce, vol. 178, Ambassade de France, 4.8.1960.)
[8] Stefan Berger, “History and national identity: Why they should remain divorced.” History and Policy, December 2007. (http://www.historyandpolicy.org/papers/policy-paper-66.html)
[9] Μπαμπινιώτης, Λεξικό, σ. [7].
[10] Βλ. επίλογο.
[11] «Παλλαϊκή Λεξικογραφία», Ο «Ιός», Ελευθεροτυπία, 17.10.1998. Βλ. και επίλογο.
[12] «Το όνομα Γερμανός χρησιμοποιείται συχνά για να δηλώσει άνθρωπο πειθαρχημένο, αυστηρό και σκληρό.»
[13] Μπαμπινιώτης, Λεξικό, σ. 13 (έμφαση στο πρωτότυπο), επίσης στο ίδιο, σ. 2033.
[14] «από τον πιο απλό αναγνώστη (μαθητή του σχολείου) μέχρι τον πιο απαιτητικό (φοιτητή, εκπαιδευτικό, επιστήμονα, δάσκαλο της γλώσσας κ.ά.» (Προλογικό σημείωμα επανεκτύπωσης Α΄ έκδοσης), Ιούλιος 1988.
[15] Στο ίδιο. / Πρόλογος Β΄ έκδοσης (2002).
[16] Παπαταξιάρχης, «Τα άχθη της ετερότητας», σ. 30.
[17] «Φρονεί ότι η οικονομική εξαθλίωση στα Βαλκάνια δεν είναι στο εγγύς μέλλον αναστρέψιμη». (Βλ. ►νομίζω, συνώνυμο ‘φρονώ’.) Από τη Β΄ έκδοση, ωστόσο, η βαλκανική οικονομία πάει καλύτερα, εφόσον η κατά τα άλλα ταυτόσημη αναφορά παραπέμπει πλέον στην εξαθλίωση «αυτής της [μη κατονομαζόμενης] χώρας»
[18] «Στα Βαλκάνια επικρατεί ►αναβρασμός λόγω των εθνικιστικών κινημάτων.» / Βλ. και: ►ειρήνη / ►παραγνωρίζω / ►σύρραξη / ►αναθεώρηση.
[19] ►«Φέρνω (*8) ως παράδειγμα την κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία για να υποστηρίξω ότι ο πόλεμος εξαπλώνεται και στην Ευρώπη.» / «Η Ελλάδα δεν απέφυγε να γίνει ►μέρος της γιουγκοσλαβικής κρίσης.» Μεταξύ άλλων δεινών, αποτέλεσε «πλήγμα για τον ελληνικό ►τουρισμό ο πόλεμος στη Βοσνία».
[20] Επίσης: «Οι υπουργοί εξωτερικών της Κοινότητας ►διαβουλεύονται για το μέλλον της πρώην Γιουγκοσλαβίας.»
[21] Βλ. και παρακάτω.
[22] «Οι νατοϊκές δυνάμεις πληθαίνουν τις ►πρόβες τζενεράλε για μια συνολική επίθεση εναντίον των Σερβοβοσνίων». / «Τα ►γεράκια του Πενταγώνου επιδιώκουν στρατιωτική επέμβαση στη Βοσνία.» [Πρβλ. Επίλογο]. Βλ. επίσης: ►ειρηνοποιός / ►διέξοδος / ►σύγκρουση / ►γενικευμένος / ►σκοτωμός αθώων.
[23] Πρβλ. την εξομοίωση με τις ►«αλληλοσπαρασσόμενες φυλές στη Ρουάντα». Βλ. και επίλογο.
[24] Βλ. επίσης ►συμμαχία / Πόλεμος ►μεταξύ Κροατών και Σέρβων.
[25] Με εξαίρεση την αδιάψευστη σαλαμοποίηση της άλλοτε ενιαίας γείτονας χώρας, τα λήμματα αυτής της παραγράφου αποτελούσαν στιγμιότυπα της Α΄ έκδοσης, αντανακλώντας τα συχνά υστερικά φιλοσερβικά στερεότυπα της δεκαετίας του ’90. Επομένως, δεν επαναλαμβάνονται ως ερμηνευτικά παραδείγματα στις μεταγενέστερες εκδόσεις.
[26] Πρβλ. ►μακεδονικός. Βλ. επίσης: Γ. Μπαμπινιώτης (επίμ.), Η γλώσσα τής Μακεδoνίας. Η αρχαία Μακεδoνική και η ψευδώνυμη γλώσσα των Σκoπίων. Ολκός, Αθήνα 1992.
[27] Βλ. και: ►θέση (*13) / ►αναπόσπαστος. Πρβλ. Triandafyllidou, «National identity», passim.
[28] Σε αντίθεση με τα άλλα «σκοπιανά λήμματα», η συγκεκριμένη φραστική υπερβολή εξουδετερώνεται εντελώς στη Β΄ (και Γ΄) έκδοση. Βλ. επίλογο.
[29] Βλ. επίσης ►μεταλαμπαδεύω.
[30] Δυστυχώς ή ευτυχώς, από το 2002 (έτος της Β΄ έκδοσης) τα όποια παρεπόμενα αυτής της δυτικής επίδρασης έχουν εκλείψει.
[31] ►κατασκοπεύω, ►λογικός
[32] Και όχι τόσο εξαιτίας του αποικιοκρατικού παρελθόντος της ►Δύσης. (Πρβλ. ►αποικία / ►κτήση). Βλ. και τις αναφορές στο ΝΑΤΟ, π.χ.:επίδειξη ►ισχύος / ► βγαίνω.
[33] ►«Σημειωτέον, ότι το μειωμένο κύρος μας και η χρόνια οικονομική καχεξία μας έχουν θεαματικά συρρικνώσει τη βαρύτητά μας στον ευρω-ΝΑΤΟϊκό χώρο».
[34] Οι ΗΠΑ είναι η χώρα των ►μπίζνες, των πλουσίων και των πλουτισάντων (►φυσώ, ►κατάσταση, ►λεφτά, ►θείος). – ►Λανσάρουν περίεργες μόδες, έναν ανάλογο ►τρόπο ζωής, καθώς και –φραστικά ή έμπρακτα– ►απροκάλυπτες επεμβάσεις στα εσωτερικά της χώρας και άλλων χωρών (►γεράκι). – Συνήθως οι Αμερικανοί αξιωματούχοι τηρούν στάση ►μεροληπτική υπέρ των Τούρκων (►κατά, ►προς). Πρβλ. όμως υποσημείωση 105.
[35] Επισημαίνονται, βέβαια, κάποιες ηγεμονικές τάσεις: «η πολιτιστική ►ηγεμονία της Ευρώπης στη διανόηση του εικοστού αιώνα». Πρβλ. και θετικές αναφορές στην «προοδευτική ►διανόηση της Ευρώπης».
[36] Για τον λόγο αυτό η φράση διατηρείται σε όλες τις μεταγενέστερες εκδόσεις. – Βλ. και παρακάτω.
[37] Παπαταξιάρχης, «Τα άχθη της ετερότητας», σ. 51.
[38] Το Βήμα, 27.7.2003.
[39] Βλ., π.χ.: Καθημερινή, 27.5.2007, τη σφυγμομέτρηση της Kapa Research για λογαριασμό του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας και Επικοινωνίας.
[40] «Η ►υποταγή της Ελλάδας στους ισχυρούς της Ευρώπης».
[41] «Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ►πιέζουν για άρση του βέτο.» / «Η Ελλάδα ►ανθίσταται στις πιέσεις για έναρξη διαλόγου με την Τουρκία.» / «Η Ελλάδα κατέστησε ►σαφή την απόφασή της στην Ε.Ε. να εμποδίσει τη χρηματοδότηση της Τουρκίας.» – Πρβλ.: ►μπλοκάρω, ►αρνησικυρία.
[42] Μετά την ►ένταξή της στην ΕΟΚ. Βλ. και ►κονδύλι! – Η Ελλάδα διατηρεί απέναντι στην Αλβανία [κλπ] το ►«διαπραγματευτικό χαρτί της οικονομικής ενίσχυσης από την ΕΕ.» Βλ. και ►συμβαδίζω.
[43] Πρβλ. και την επιφώνηση: «Πότε θα γίνουμε επιτέλους ►Ευρώπη;»
[44] Πρβλ. επίλογο!
[45] Βλ. ►σημαία, ►εκτείνω.
[46] ►προσδένω / ►παιχνίδι / ►αποικία.
[47] Κατά τα άλλα, οι Άγγλοι διαθέτουν ιδιότυπο ►χιούμορ, ►φλέγμα, μια σπουδαία γλώσσα (βλ., π.χ., ►προσιτός, ►προσόν, ►συνεννοούμαι), αρκετά καλό ποδόσφαιρο (►ηττώμαι) και είναι ακριβείς στα ραντεβού τους (Β΄ έκδοση, ►εθνικά ονόματα).
[48] Βλ. επίλογο.
[49] Πρβλ.: «Οι διωγμοί και οι σφαγές των ►Ποντίων από τους Τούρκους στις αρχές του αιώνα μας.»
[50] «Ο Μουσσολίνι χρησιμοποίησε την Αλβανία ως ►προγεφύρωμα για να εισβάλει στην Ελλάδα. /
«Η Άγκυρα χρησιμοποιεί σαν ►προγεφύρωμα τις ‘γκρίζες ζώνες’ στο Αιγαίο για την επέκτασή της στον ελληνικό χώρο.» (Και τα δύο μόνο στην 1η έκδοση).
[51] Βλ., π.χ.: Ν. Βαρμάζης, Το βασικό ερμηνευτικό λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας. Μαλλιάρης-Παιδεία, Αθήνα 1983. Εκεί: «Η ►εκτέλεση έγινε από τους Γερμανούς.»
[52] Βλ. επίλογο.
[53] Βλ., π.χ.: ►αντίποινα / εγκληματίας ►πολέμου / ►στρατόπεδο / ►κρεματόριο / ►Ολοκαύτωμα. Σημειωτέον ότι πολλά λήμματα τοποθετούν το κρίμα στους ναζιστές, στους –χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση– κατακτητές ή και στον Χίτλερ προσωπικά… Βλ. π.χ.: «Οι ►αγριότητες των Ναζί…» / «Οι Ναζί επιχείρησαν να ►εξοντώσουν τους Εβραίους.» / «Ο λαός προέβαλε ►σθεναρή αντίσταση στον κατακτητή.» / «Ο Χίτλερ ►αιματοκύλησε την ανθρωπότητα.» Άλλο «ευγενικό» συνώνυμο για τους Γερμανούς κατά την χειρότερη περίοδο της ιστορίας τους είναι το ►χιτλερικός. Παρεμπιπτόντως, από ένα καπρίτσιο του ανάλγητου ελληνικού αλφαβήτου βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το λήμμα ►χίτης.
[54] «Οι εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία τον οδήγησαν στην ►αναθεώρηση τής στάσης του απέναντι στη Γερμανία ως παράγοντα σταθερότητας στη Βαλκανική.»
[55] Λίγο πιο … φειδωλός, ο Εμμ. Κριαράς καταγράφει στο Νέο Ελληνικό Λεξικό του (Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1995) στο ίδιο λήμμα μόνο (αυστηρή) οργάνωση και πειθαρχία «που θυμίζει τους Γερμανούς».
[56] «Ακόμη και μετά τον πόλεμο, οι Γερμανοί στις κλασικές σπουδές παραμένουν ►αξεπέραστοι.» / «Προτιμά τη γερμανική ►τεχνολογία.» / «Οι Γερμανοί έχουν ►αναπτύξει νέες τεχνικές στην αυτοκινητοβιομηχανία» / «ψυγεία κατασκευασμένα με γερμανικές ►προδιαγραφές», κλπ.
[57] Φλάισερ, Οι Πόλεμοι της μνήμης, σ. 529.
[58] Βλ., π.χ.: ►Τουρκαλάς / ►τουρκεύω / ►Τουρκιά / ►τουρκόγυφτος («άνθρωπός βρόμικος και σκούρος στο δέρμα») / ►τουρκοπατημένος.
[59] Βλ. επίλογο.
[60] Βλ. και ►γένος.
[61] «Οι Έλληνες υπερηφανεύονται ότι είναι ►απόγονοι των μεγαλυτέρων στοχαστών της ανθρωπότητας.» Κάπως πιο διστακτικά διατυπώνεται η ερώτηση: «Πόσο αισθάνονται οι σημερινοί Έλληνες ►παιδιά του Πλάτωνα και του Περικλή;» – Σύμφωνα με μεταγενέστερη σφυγμομέτρηση ένα 39.3% των ερωτηθέντων πίστευε ότι «η νεότερη Ελλάδα αποτελεί συνέχεια της αρχαίας» (Καθημερινή, 27.5.2007).
[62] «Έθιμα τα οποία έλκουν την ►καταγωγή τους από την αρχαιότητα.» / «Σε πολλά λαϊκά έθιμα επιβιώνουν πανάρχαιες ►δοξασίες.»
[63] Για αυτόν πρόκειται στα ακόλουθα παραδείγματα, και ας μη διευκρινίζεται το υποκείμενο.
[64] «Η νίκη του στην άρση βαρών μας έκανε εθνικά ►υπερήφανους.» Βλ. επίσης: «διάκριση του ελληνικού ►αθλητισμού στην Ολυμπιάδα».
[65] Νίκος Δήμου, Ελευθεροτυπία, 5.7.2004. Βλ. επίσης: Rodanthi Tzanelli, «‘Impossible is a fact’: Greek nationalism and international recognition in Euro 2004», περ. Media, Culture & Society, τχ. 28:4, 2006, σ. 483-503.
[66] Πρβλ. Benedict Anderson, ImaginedCommunities. Reflections of the Origin and Spread of Nationalism. London 1983.
[67] «Η δημοκρατική παράδοση είναι ►χαρακτηριστικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού». Βλ. και ►λίκνο. Από τη Β΄ έκδοση και έπειτα προτιμήθηκε ως ►«χαρακτηριστικό στοιχείο του ελληνικού λαού» η φιλοξενία που είχε εξοριστεί από το «δικό της» λήμμα…
[68] Βλ., π.χ.: «Θα έδινε και την τελευταία ρανίδα του ►αίματός του για την Ελλάδα.» / «Πρέπει να αισθάνεστε μεγάλη ►υπερηφάνεια για τον πατέρα σας που θυσιάστηκε για την πατρίδα.» / «Έχει συνείδηση της ελληνικής του ►καταγωγής.»
[69] Αναλόγως «η Ελλάδα, χώρα ιστορική, συγκινεί πάντα τους ►ξένους.»
[70] Παπαταξιάρχης, «Τα άχθη της ετερότητας», σ. 47. Βλ. και «Ευρωβαρόμετρο», passim / «Γίναμε ρατσιστές;», Ελευθεροτυπία, 14.10.1996, κ.ά.
[71] «Η φιλοξενία είναι ►χαρακτηριστικό στοιχείο του ελληνικού λαού.» Βλ. και επίλογο.
[72] Πρβλ. Μ. Herzfeld, Η ανθρωπολογία μέσα από τον καθρέφτη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998, σ. 199, παραθετ. Παπαταξιάρχης, «Τα άχθη της ετερότητας», σ. 27.
[73] Βλ., π.χ.: «Στην Ομόνοια συχνάζουν πολλοί ►αλλοδαποί.» / «Οι ►απέξω περιμένουν να δουν τι θα κάνει η Ελλάδα στο κρίσιμο θέμα της Αλβανίας.» (Στη Β΄ έκδοση: «Αυτές οι συνήθειες μας έρχονται απ’ έξω.»)
[74] Βλ. ►κίνηση.
[75] Βλ., π.χ. ►εκμεταλλεύομαι.
[76] «Οι καιροί απαιτούν το έθνος να βρίσκεται σε ►εγρήγορση.»
[77] «Η υπεράσπιση της τιμής, της πατρίδας, της οικογένειας είναι πατροπαράδοτες ►αξίες.»
[78] «Οι Έλληνες είναι ►φιλόδικος λαός» / ελληνικό ►δαιμόνιο / «Εμάς τους Έλληνες μας τρώει η ►φαγωμάρα.». «Αυτά συμβαίνουν μόνο στην Ελλάδα, ►όπου όλα είναι δυνατά.» / «Αυτός ο ►αιώνιος Έλληνας!» – Άλλωστε την αυτοκριτική την έχουν ασκήσει πολύ εντονότερα και συντηρητικοί αναλυτές: πρβλ., π.χ.: Απόστολος Βακαλόπουλος, Ο χαρακτήρας των Ελλήνων. Ανιχνεύοντας την εθνική μας ταυτότητα: έρευνα, πορίσματα, διδάγματα. Θεσσαλονίκη 1983.
[79] Ενίοτε ο συγκεκριμένος γείτονας απλώς ‘φωτογραφίζεται’. Βλ. π.χ.: «Η χώρα αυτή δίνει την εικόνα ενός δύσκολου και ►δυνάμει επικίνδυνου γείτονα».
[80] Σε συνώνυμο λήμμα «οι ►προαιώνιοι εχθροί μας» δεν ονομάζονται…
[81] Πρβλ. μεταγενέστερη σφυγμομέτρηση (Καθημερινή, 27.5.2007): Στην ερώτηση «Από πού νομίζετε ότι καλλιεργείται η αντιπαλότητα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;», το 31.2% των ερωτηθέντων απάντησε «από την επιθετικότητα της Τουρκίας». Άλλες απαντήσεις: «από τις Μεγάλες Δυνάμεις που θέλουν να τσακωνόμαστε» (30,5%) / «από τους πολιτικούς για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης» (21,6%) / «από κάποιες μικρές και ακραίες ομάδες στο εσωτερικό της κάθε χώρας» (9,7%) / «από το ΜΜΕ των δύο χωρών» (3,0%) / «από τις θρησκευτικές τους διαφορές» (2,8%).
[82] Βλ. και ►γίνομαι.
[83] «Η Ελλάδα μπορεί να ►ελέγξει οικονομικά την περιοχή της Βαλκανικής.» / «Η Ελλάδα κινδυνεύει να ►χάσει την αγορά των Βαλκανίων.»
[84] Βλ. και: ►ηγεμονισμός.»
[85] Βλ. και ►πάρσιμο.
[86] «Οι Έλληνες υπέφεραν στα ►χρόνια της ►Τουρκοκρατίας.» / ►επί / ►υπό / ►ανάγω.
[87] Βλ. και ►αποτίναξη του τουρκικού ζυγού / ►λημέρι / ►πυρπόληση /►γιορτάζω.
[88] «Οι Τούρκοι ►έγδαραν τον Δασκαλογιάννη ζωντανό.» / ►σουβλίζω.
[89] «Οι Τούρκοι ►πυρπόλησαν τη Σμύρνη.» (Πρβλ. ►παράπονο, ►αμελλητί).
[90] ►κρατώ / ►αγνοούμενος / ►κυριαρχία / ►επιτίθεμαι / ►μετοικίζω /►αδιαλλαξία / ►υπονομεύει / ►μπρα-ντε-φερ.
[91] «Ενόψει της κοινής απειλής από την Τουρκία έγινε προσπάθεια να συγκροτηθεί ►άξονας Αθήνας-Σόφιας.» / ►Κινητοποιούνται οι ένοπλες δυνάμεις «για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής». / Βλ. επίσης: ►αδιαλλαξία / ►αναβάθμιση / ►άξονας / ►ωσαύτως / ►χαψιά / ►περιπέτεια / ►μπαμ / ►πους (παρά πόδα) / ►νότα / ►διάβημα.
[92] πρβλ. ►διεκδίκηση / ►απεμπολώ. – Αντιθέτως, «η Ελλάδα δεν τρέφει εδαφικές ►βλέψεις εναντίον γειτονικών χωρών.»
[93] Το τελευταίο «είχε ως ►αποτέλεσμα την καταδίκη της από το Ευρωκοινοβούλιο» (επίσης ►κόλαφος / ►καταδεικνύω). – Στη 2η και 3η έκδοση όμως αυτή η «άρνηση της Τουρκίας» αποχαρακτηρίζεται σε ανώνυμη «άρνηση μιας χώρας»…
[94] «Δεν πρέπει να ►υποχωρήσει η χώρα μας στις τουρκικές προκλήσεις.» / ►«Βραδυφλεγής αντίδραση της κυβέρνησης στην τουρκική πρόκληση». Πρβλ. και ►λήθαργος.
[95] Σημειωτέον ότι παρατίθεται –έστω από άλλα (δηλ. βιβλικά) συμφραζόμενα– η φράση που συμβολίζει την αυτοθυσία υπέρ του έθνους: «Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των ►αλλοφύλων.» [Σαμψών!]
[96] Εδώ εξαιρούνται οι ►Βλάχοι ως «δίγλωσσοι Έλληνες», αν και η αναφερθείσα μεταφορική χρήση του λήμματος –χωριάτης, άξεστος, ατημέλητος, κλπ.– έχει επικριθεί. (Ιός, Ελευθεροτυπία, 17.10.1998).
[97] Αναφέρεται και η άμεση σημασία: «Αυτός που σχετίζεται με τους Τσάμηδες», ενώ αναφέρεται η κακόσημη παρομοίωση της πιάτσας: «γίνομαι τσάμικος ταμπάκος», δηλ. «γίνομαι πολύ ενοχλητικός».
[98] Το λήμμα αναφέρει τρεις σημασίες: «1. τσιγγάνος και γενικότ. κάθε μελαμψός νομάς, που ζει σε τσαντίρι, έξω από τα πλαίσια της κοινωνικής οργάνωσης 2. (μειωτ.) αυτός που είναι πολύ μελαχρινός ή έχει το παρουσιαστικό που κατά σύμβαση αποδίδεται στους τσιγγάνους: που να συμβιώσει μαζί τους ∙ αυτοί είναι γύφτοι με τα όλα τους! 3. (μτφ.-μειωτ.) αυτός που δείχνει μικροπρεπή (και συνήθ. τσιγγούνικη) συμπεριφορά.» – Βλ. ανάλογα και τα λήμματα ►γυφταρειό / ►γυφτιά / ►γύφτικος / ►τουρκόγυφτος.
[99] Σε άλλα λήμματα δίνονται διευκρινιστικές λεπτομέρειες για την ελεύθερη ζωή των τσιγγάνων: Ως ►περιπλανώμενοι καταλύουν σε ►τσαντίρια.
[100] Το παράδειγμα για τους τουρκόφωνους της Θράκης αφαιρέθηκε ήδη στην διορθωμένη προς το πολιτικώς ορθότερη επανεκτύπωση της Α΄ έκδοσης…
[101] Βλ. και σχόλιο στο λήμμα ►έθνος, αλλά ιδίως τη θερμή αναφορά στους ►«αλύτρωτους Βορειοηπειρώτες». (Βλ. και παρακάτω).
[102] «Ο λαός πρέπει να ►ομονοήσει ενώπιον των εθνικών κινδύνων.» / «Όταν υπάρχει εξωτερική απειλή, είναι απαραίτητη η εθνική ►ομοψυχία.»
[103] «Οι ►πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής / της Κύπρου / του Πόντου». Βλ. και ►προσφυγιά.
[104] Βλ.: «Οι Έλληνες ►μετανάστες στην Αυστραλία».
[105] Βλ., π.χ.: «Οι ►απανταχού Έλληνες τιμούν τις εθνικές επετείους.» / «Μετά από πολλά χρόνια στο εξωτερικό ο Νάσος ►νοστάλγησε την Ελλάδα». Βλ. και τα λήμματα: ►νοσταλγία / ►νοσταλγώ / ►ήμαρ / ►ομογενής / ►απόδημος / ►διάσπαρτος. Στις ΗΠΑ μάλιστα, οι ομογενείςασκούν ►πιέσεις, για να αναθεωρήσουν οι κυβερνητικοί κύκλοι τη (συχνά φιλοτουρκική) στάση τους υπέρ της Ελλάδας. (Βλ. και ►κοινότητα / ►ψυχρολουσία). – Πρβλ. όμως, ως εξαίρεση, ►ρίζα (*8).
[106] Για τον περιορισμό της ►λαθρομετανάστευσης, όπως και κάθε ξένης ►επιβουλής, «ο στρατός περιπολεί στα σύνορα». Πρβλ. παραπάνω.
[107] Βλ.: Rodanthi Tzanelli, «The politics of ‘forgetting’ as poetics of belonging: between Greek self-narration and reappraisal (Michaniona, 2000/3)», περ. Nations and Nationalism, τχ.13 (4), 2007, σ. 675-694.
[108] ►έθνος, σχόλιο. Πρβλ. και: Peter Mackridge, Language and national Identity in Greece, 1766-1976, Oxford University Press, Oxford 2009, σ. 335.
[109] Σε μεταγενέστερη σφυγμομέτρηση ένα 40% των ερωτηθέντων χαρακτήρισε αλύτρωτη πατρίδα τη Βόρειο Ήπειρο. (Καθημερινή, 27.5.2007). Ήδη όμως το λεξικό Μπαμπινιώτη είχε επιλέξει ένα «ανώνυμο» παράδειγμα για το λήμμα ►αλύτρωτος: «Οι ομοεθνείς που ζουν υπόδουλοι σε ξένο κράτος».
[110] Βλ. επίλογο.
[111] Το ίδιο ισχύει και για προσωπικές φιλίες: «Το καλοκαίρι θα ►φιλοξενήσω για τρεις εβδομάδες έναν Βέλγο φίλο μου».
[112] «Υπάρχουν ►γύρω μας πολλοί εχθροί (στο ευρύτερο περιβάλλον)».
[113] Βλ.: «Η ►εγκατάσταση σλαβικών φύλων στα Βαλκάνια άλλαξε τη φυσιογνωμία της χερσονήσου.»
[114] ►συνασπίζω. – Αυτονόητη είναι η (απλώς) γεωγραφική ένταξη στον χώρο των ►Βαλκανίων.
[115] «Η απάντηση των ►Βρυξελλών στην αμερικανική πρόκληση».
[116] Πρβλ.: Παπαταξιάρχης, «Τα άχθη της ετερότητας», σ. 22.
[117] Η Τουρκία είναι «κράτος της Εγγύς Ανατολής», ενώ ο ►Λίβανος αναφέρεται ως μεσογειακή χώρα!
[118] «Στον ►αντίποδα του πλούσιου Βορρά βρίσκεται ο εξαθλιωμένος Νότος.» Βλ. και ►βορράς.
[119] Στη Β΄ και Γ΄ έκδοση αφαιρείται το υποκείμενο «Βόρειοι», οι οποίοι ωστόσο φωτογραφίζονται με την προσθήκη ότι οι λεγάμενοι είναι «ξανθοί και κάτασπροι».
[120] ►γερμανικό – πρβλ. παραπάνω.
[121] «Για τους Γερμανούς η επιτυχία στην εργασία είναι κάτι πολύ σημαντικό ∙ οι Έλληνες έχουν μια άλλη ►φιλοσοφία.»
[122] Σχετικά με το φαινόμενο σε διμερές επίπεδο, δηλαδή το ζήτημα του αυτο- και ετερο-προσδιορισμού του «Γερμανοέλληνα», πρβλ. τα πρόσφατα άρθρα του Παντελή Μπουκάλα (Καθημερινή, 3.3.2010) και της Μικέλας Χαρτουλάρη (Τα Νέα, 23.10.2010).
[123] Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, 2η έκδοση, Πρόλογος.
[124] Την Α΄ έκδοση (Ιανουάριος 1998) διαδέχθηκαν μια «Επανεκτύπωση» (Ιούλιος 1998), η Β΄ έκδοση (2002) με τρεις ανατυπώσεις και τελικά η Γ΄ έκδοση (Ιούλιος 2008).
[125] «Λεξικογραφικό αυτογκόλ», Ο «Ιός», Ελευθεροτυπία, 30.5.1998.
[126] Έθνος, 31.5.1998.
[127] «Παλλαϊκή Λεξικογραφία», Ο «Ιός», Ελευθεροτυπία, 17.10.1998. Πρβλ. και το παράπονο του Γ. Μπαμπινιώτη: «Όλοι στο λεξικό είδαν το λήμμα ‘Βούλγαρος’, δεν κοίταξαν όμως το λήμμα ‘ΜακεδονίΑ΄, όπου υπάρχει εκτενής ανάλυση του όρου, ενώ στηλιτεύεται η ψευτομακεδονική γλώσσα των Σκοπίων.» (Ακρόπολις, 27.5.1998)
[128] Η μεταφορική έννοια «υπερβολικά αφελής, που μπορεί να θεωρηθεί μέχρι και ανόητος» είχε προκαλέσει την έντονη αντίδραση κυρίως της Εύξεινου Λέσχης Θεσσαλονίκης, καθώς και της Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων Νοτίου Ελλάδος.
[129] Πρβλ., π.χ., παραπάνω: ►φιλοξενία / ►χαρακτηριστικό. Αναλόγως, βλέπε και τη διττή ερμηνεία της έννοιας «μειονότητα». Ενώ στο οικείο λήμμα διατηρείται η ουδέτερη «σκέτη» αναφορά στην ελληνική της Αλβανίας και τη «μουσουλμανική» της Ελλάδας, ο εν δυνάμει κίνδυνος του φαινομένου εμφανίζεται μόνο σε εκ πρώτης όψεως ασύνδετα λήμματα: «Οι μειονότητες λειτουργούν συχνά […] ως ►δούρειοι ίπποι για την αποσταθεροποίηση και τη μεταβολή του στάτους κβο της διεθνούς έννομης τάξης.» / «Οι μειονότητες λειτουργούν συχνά ως ►προγεφυρώματα εθνικιστικών επιδιώξεων αλυτρωτικού χαρακτήρα. (εφημ.)». Η ενίοτε χρησιμοποιηθείσα παραπομπή σε παράθεμα (ανώνυμης) εφημερίδας προφανώς δεν απαλλάσσει τον λεξικογράφο από τις (ενδεχόμενες) «ευθύνες» για την επιλογή του.
[130] Πρβλ. Πρόλογο Β΄ και Γ΄ έκδοσης αντίστοιχα.
[131] Οι πρόσθετες αλλαγές αυτής της κατηγορίας από τον Β΄ στον Γ΄ τόμο είναι ελάχιστες.
[132] Α΄ έκδοση: «Η ►απάντηση της Ελλάδας στις προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας» – Β΄ έκδοση: «Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι θα υπάρξει δυναμική ►απάντηση της χώρας σε όποιον στραφεί εναντίον της.» [πλάγια του γράφοντος]
[133] «Θα ►τρίζουν τα κόκκαλα του μεγάλου ποιητή με αυτά που γράφονται για την ποίησή του.» – Πρβλ. υποσημ. 28.
[134] Βλ., π.χ.: ►δυναμίτης.
[135] Αφαιρέθηκε, π.χ., το αναφερθέν παράδειγμα στο λήμμα ►μποϊκοτάρω.
[136] Πρβλ. τις αναφορές σε ►σφαίρα επιρροής.
[137] Πρβλ. σημ. 43.
Copyright © 2011 Booksreview.gr.
All Rights Reserved.

Μήπως τελικά Έλληνας μόνο γεννιέσαι και δεν γίνεσαι;

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΣ
Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Fustanella-blog

Sébah, Pascal (1823-1886), Έλληνας με φουστανέλα, 1870

Καθορίζει το ελληνικό Σύνταγμα αποκλειστικά έναν τρόπο κτήσης της ιθαγένειας και αποκλείει τη συμμετοχή αλλοδαπών στις εκλογές για την ανάδειξη Δημοτικών Αρχών;

Με την υπ. αριθ. 350/2011 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Σ.τ.Ε. κρίθηκε ότι αντίκεινται στο ελληνικό Σύνταγμα και συγκεκριμένα στα άρθρα 1παρ 2&3, 4παρ3.Σ, οι διατάξεις του ν. 3838/2010 που αφορούν ένα νέο τρόπο κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας με τη γέννηση του αλλοδαπού στην Ελλάδα ή τη φοίτηση σε ελληνικό σχολείο και τη σχετική δήλωση των γονέων ή του ίδιου [άρθρο 1 του ν.3838/2010 με το οποίο προστίθεται στο ΚΕΙ το άρθρο 1Α με το ανωτέρω περιεχόμενο], καθώς επίσης και οι διατάξεις του νόμου που αφορούν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των αλλοδαπών στις εκλογές των ΟΤΑ Α΄ βαθμού [άρθρα 14-21 ν. 3838/2010].

Πέρα από τα ζητήματα που εγείρονται σχετικά με την ερμηνεία των όρων λαός και έθνος από το δικαστήριο, τίθενται επίσης και σημαντικά ζητήματα θεμελίωσης της δικανικής κρίσης. Καταρχήν ένας από τους κρίσιμους δικανικούς συλλογισμούς που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση της απόφασης, είναι ότι δεν πρέπει ο νόμος που ρυθμίζει τα ζητήματα της ιθαγένειας να προσβάλλει τις αρχές που εμπεριέχονται στο άρθρο 1 παρ2&3Σ, οι οποίες καθορίζουν ως μόνο αποδεκτό τρόπο κτήσης της ιθαγένειας μέσω γέννησης το δίκαιο του αίματος (jus sanguinis) [βλ. σκ. 9-10 της απόφασης]. Σύμφωνα δηλαδή με αυτόν τον συλλογισμό οι συνταγματικοί κανόνες, που εμπεριέχονται στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ 2&3 Σ, περιορίζουν την ευχέρεια του νομοθέτη όσον αφορά τα ζητήματα κτήσης της ιθαγένειας στην επιλογή του jus sanguinis, ως του μόνου συνταγματικά αποδεκτού τρόπου κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας με τη γέννηση κάποιου/κάποιας.

Ωστόσο η γραμματική και μόνο ερμηνεία των διατάξεων συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι ο καθορισμός των προσόντων των Ελλήνων πολιτών μέσω της ιθαγένειας επαφίεται στον κοινό νομοθέτη και δεν καθορίζεται απευθείας από το ίδιο το Σύνταγμα, το οποίο περιλαμβάνει σαφή διάταξη μόνο για τους λόγους αφαίρεσης της ιθαγένειας. Ενώ δηλαδή το α΄ εδάφιο της διάταξης του άρθρου 4παρ. 3 ορίζει ότι «Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος», το β΄ εδάφιο ορίζει, αντίθετα, ότι επιτρέπεται η αφαίρεση της μόνο υπό δύο προϋποθέσεις α) με την εκούσια απόκτηση άλλης ιθαγένειας και β) με την ανάληψη υπηρεσίας σε ξένη χώρα που είναι αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα. Το Σύνταγμα δηλαδή εναποθέτει στον κοινό νομοθέτη τις προϋποθέσεις κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας, ενώ τις προϋποθέσεις αφαίρεσής της τις προσδιορίζει με εξαιρετικό και αποκλειστικό χαρακτήρα, για τον απλούστατο λόγο ότι ο συντακτικός νομοθέτης ήθελε να δείξει την αντίθεσή του στην πρόσφατη πρακτική των μαζικών αφαιρέσεων ιθαγένειας από τη δικτατορία[1].

Ένα δεύτερο σημείο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι το δικαστήριο εκλαμβάνει τη παραπομπή του Συντάγματος στον κοινό νόμο [Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος] ως παραπομπή σε οργανικό νόμο [σκ. 9 της απόφασης], δηλαδή σε νόμο που ρυθμίζει τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας των άμεσων οργάνων του κράτους[2], θεωρώντας ότι το δίκαιο της ιθαγένειας αποτελεί συστατικό στοιχείο των προσόντων που καθορίζουν τη σύνθεση του ανώτατου οργάνου του κράτους [λαός - εκλογικό σώμα]. Στο σκεπτικό της απόφασης δηλαδή το εκλογικό σώμα το οποίο σύμφωνα με το Σύνταγμα αποτελεί ανώτατο όργανο της Πολιτείας, ταυτίζεται με τον λαό. Ωστόσο τα δύο σύνολα δεν ταυτίζονται ούτε ως προς τη σύνθεση ούτε ως προς τον χαρακτήρα τους σε αναφορά με το σύνταγμα. Ο λαός strictu sensu [εκλογικό σώμα] αποτελεί πράγματι όργανο του κράτους, ενώ ο λαός latu sensu εκφράζει την ιδεατή υποκειμενικότητα χωρίς την οποία δεν είναι νοητή η ενότητα της Πολιτείας. Η νομική του σημασία δεν πρέπει να υποτιμάται, καθώς τυποποιεί τον λαό ως μια ενότητα ίσων πολιτών που διακρίνεται από τον πληθυσμό που διαβιεί εντός της επικράτειας ενός κράτους, είναι όμως διακριτή από τον λαό ως εκλογικό σώμα το οποίο και αποτελεί το ανώτατο όργανο ενός δημοκρατικού κράτους[3].

Επιπλέον το κρίσιμο στοιχείο ως προς τα συνταγματικώς ανεκτά όρια παρέμβασης του νομοθέτη δεν είναι ο χαρακτηρισμός του νόμου ως οργανικού ή όχι, αλλά εάν με τον οργανικό νόμο επιχειρείται αλλοίωση της αντιπροσωπευτικής μορφής του πολιτεύματος και εάν η παρέμβαση αυτή έρχεται σε σύγκρουση με τη δημοκρατική αρχή νοούμενη ως μια ρήτρα συμπεριληπτική. Η μορφή του πολιτεύματος δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη συγκρότηση της κρατικής εξουσίας. Η μορφή του πολιτεύματος αφορά την άσκηση της εξουσίας από τα κρατικά όργανα και όχι τη θεμελίωσή τους στη βάση επιμέρους συνταγματικών αρχών. Η διαφορά είναι κρίσιμη, καθώς η δημοκρατική αρχή αποτελεί μεν το θεμέλιο του πολιτεύματος με την έννοια ότι η βούληση του λαού «ανάγεται σε λογική και θεσμική πηγή προέλευσης όλων των συντεταγμένων εξουσιών» και άρα δεν είναι επιτρεπτό να θιγεί αυτή της η διάσταση.

Δεν υποστασιοποιεί όμως η δημοκρατική αρχή ένα αναλλοίωτο στον χρόνο σύστημα άσκησης αυτών των εξουσιών, επιτρέποντας τη συμπερίληψη κάθε νέας ρύθμισης που ενισχύει τα αντιπροσωπευτικά και διαβουλευτικά στοιχεία του πολιτεύματος[4]. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι το δικαστήριο προβαίνει σε μια κατάταξη των τρόπων κτήσης της ιθαγένειας κατά την οποία το κριτήριο του jus sanguinis είναι το μόνο συμβατό με ελληνικό σύνταγμα, ενώ το κριτήριο του jus soli μπορεί να γίνει αποδεκτό μόνο εντός των ορίων που θέτει η υποχρέωση συμμόρφωσης της χώρας στους κανόνες του διεθνούς δικαίου [σκ.9 της απόφασης]. Ωστόσο η κατάταξη αυτή δεν ανταποκρίνεται πλήρως στα πραγματολογικά δεδομένα θέσπισης των διατάξεων με τις οποίες εισάγεται το jus soli για συγκεκριμένες κατηγορίες αλλοδαπών [ανιθαγενείς], καθώς ο συγκεκριμένος τρόπος κτήσης της ιθαγένειας προβλέπεται ήδη από τον αστικό νόμο του 1856 αρθ 14 εδ γ «ο εν Ελλάδι γεννηθείς εκ πατρός ή μητρός αδήλων ή ιθαγένειας αδήλου», πολύ πριν δηλαδή η Ελλάδα υπογράψει και κυρώσει τις διεθνείς συνθήκες που κατοχυρώνουν ένα τέτοιο δικαίωμα για τους ανιθαγενείς.

Όσον αφορά τις αλλαγές που επιφέρει ο νόμος 3838/2010 στη διεύρυνση του εκλογικού σώματος για τις εκλογές των Ο.Τ.Α Α΄ βαθμού, το σκεπτικό του δικαστηρίου περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του νόμου κινείται σε δύο άξονες: α) ότι η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος αποτελεί λειτούργημα για την πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας και β) ότι οι εκλογές για την ανάδειξη αιρετών οργάνων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν καθαρά πολιτικό χαρακτήρα, καθώς η εκλογή τους ανάγεται στην πολιτική ζωή της χώρας και συνεπώς κρίνεται υπό το πρίσμα της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ 2&3, 52 και 102 Σ. Θεωρεί δε ότι παρέλκει η εξέταση του ζητήματος και υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 4παρ. 4Σ. το οποίο ορίζει ότι «Μόνο Έλληνες Πολίτες γίνονται δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους» [σκ.25].

Ωστόσο η αποτίμηση των αλλαγών που επιφέρει ο ν.3838/2010 ως προς τα πολιτικά δικαιώματα των αλλοδαπών από τη σκοπιά του συνταγματικού δικαίου δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από την αρχή της καθολικότητας της ψήφου [ενόψει της διάταξης του άρθρου 102 παρ 2 εδ. β Σ, η οποία ορίζει ότι «οι αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης εκλέγονται με καθολική μυστική ψηφοφορία»]. Ο δικανικός συλλογισμός στον οποίο θεμελιώνεται η απόφαση ταυτίζοντας σε αυτό το σημείο [σκ. 25] τον λαό [lato sensu] με τον λαό ως εκλογικό σώμα [sticto sensu] επιτρέπει τη θεμελίωση της μείζονος πρότασης της απόφασης στον ορισμό του εκλογικού σώματος που περιλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 53παρ1εδ. α [Οι Βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα], ο οποίος περιορίζει το εκλογικό σώμα μόνο στους Έλληνες πολίτες. Θα πρέπει να επισημανθεί όμως ότι στο πρώτο εδάφιο της εν λόγω διάταξης [άρθρο 53 παρ1Σ]ορίζονται οι φορείς του δικαιώματος ψήφου στις βουλευτικές εκλογές και ο τρόπος άσκησής του [μυστικά, ισοδύναμα και χωρίς αποκλεισμούς], ενώ στο δεύτερο εδάφιο της εν λόγω διάταξης [Νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο εάν δεν έχει συμπληρωθεί το κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα] εξειδικεύεται το νόημα της αρχής της καθολικότητας θέτοντας τους συνταγματικά αποδεκτούς περιορισμούς της αρχής [ηλικία, ανικανότητα προς δικαιοπραξία, αμετάκλητη καταδίκη για τη διάπραξη συγκεκριμένων εγκλημάτων].

Συνεπώς η αρχή της καθολικότητας, η οποία διέπει και τις εκλογές για την ανάδειξη των αρχών της τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 102 παρ. 2 εδ. β Σ, έχει ως όριο μόνο τους περιορισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 51 παρ.3 εδ. β Σ και όχι στο πρώτο εδάφιο της διάταξης που περιορίζει το εκλογικό σώμα μόνο στους Έλληνες πολίτες. Από τη συνδυασμένη δε ερμηνεία των δύο διατάξεων προκύπτει ότι η ελληνική ιθαγένεια δεν τίθεται ως προϋπόθεση για τον καθορισμό των φορέων των εκλογικών δικαιωμάτων όσον αφορά τις εκλογές για την ανάδειξη των αρχών της τοπικής αυτοδιοίκησης[5]. Σχετικά δε με το επιχείρημα ότι η ψηφοφορία για την ανάδειξη των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελεί μια δημόσια λειτουργία και ως εκ τούτου περιορίζεται μόνο στους Έλληνες[6] θα πρέπει να σημειωθεί ότι βρίσκει έρεισμα σε συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις σχετικά με την ικανότητα ψήφου και τους διαδικαστικούς όρους άσκησης της, [άρθρα 51, 52, 54, 56, 57, 58 Σ][7]. Ωστόσο, ήδη από τον Ν.Ν. Σαρίπολο υποστηρίζεται η άποψη ότι η φύση της ικανότητας του εκλέγειν είναι διττή, θεωρείται δηλαδή και θεμελιώδες πολιτικό δικαίωμα και συνταγματικού δικαίου λειτούργημα[8]. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε επίσης ότι ο συντακτικός νομοθέτης χρησιμοποιεί τον όρο εκλογικό δικαίωμα [άρθρο 51 παρ. 3,4&5 Σ] και ότι το δικαίωμα αυτό είναι απολύτως συνδεδεμένο με την αρχή της πολιτικής ελευθερίας την οποία εγγυάται το άρθρο 5 παρ1 του Συντάγματος[9]. Η ψήφος λοιπόν θεωρείται ταυτόχρονα και ενέργεια άσκησης θεμελιώδους πολιτικού δικαιώματος και συνταγματικής λειτουργίας[10].

Άρα, το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ανεξάρτητα από το συνταγματικό θεμέλιο των πολιτικών δικαιωμάτων που είναι η δημοκρατική αρχή, η οποία πρέπει να ερμηνευτεί ως μια ρήτρα συμπερίληψης και όχι αποκλεισμού[11].

[*] Χρήστος Παπαστυλιανός, Δ.Ν., Επιστημονικός Συνεργάτης στον Συνήγορο του Πολίτη, μέλος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

 

***

[1] Βλ. τη συζήτηση επί του θέματος που διημείφθη στην Ολομέλεια της Βουλής στις 22 Απριλίου 1975, όπως παρατίθεται στα Πρακτικά συζητήσεων της Ολομελείας της Βουλής επί του Συντάγματος του 1975, σσ. 385-393.

[2] Για την έννοια του οργανικού νόμου βλ. Ευάγγελου Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα- Κομοτηνή, 2008, σ. 155.

[3] Βλ. Αντώνη Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Σάκκουλας, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2004. σσ. 193-196.

[4] Αυτόθι, σ. 298.

[5] Βλ. Γιώργου Κασιμάτη, Άρθρο 1, σε Γιώργου Κασσιμάτη – Κώστα Μαυριά, Ερμηνεία του Συντάγματος, Αντώνης Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή 2005 [παρ. 444].

[6] Βλ. σχετικά Νέδας Κανελλοπούλου, «Τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας», άρθρο δημοσιευμένο στο φύλλο της 24ης Ιανουαρίου 2010 στην εφημ. Το Βήμα, contra Χαράλαμπου Ανθόπουλου, «Μετανάστες και δικαίωμα ψήφου», άρθρο δημοσιευμένο στο φύλλο της εφημ. Έθνος της 30ής Δεκεμβρίου 2009.

[7] Βλ. Γιώργου Κασιμάτη, 2005, όπ.π, [παρ. 450].

[8] Ν.Ν. Σαρίπολου, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Α, γ έκδ. 1915, φωτομηχανική ανατύπωση στη σειρά Κλασσική Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 274.

[9] Βλ. Γιώργου Κασιμάτη, 2005, όπ.π. [παρ. 450].

[10] Η διττή φύση της ψήφου επιβάλλεται να αναγνωριστεί και για έναν επιπλέον λόγο. Η αναγνώρισή της μόνο ως δημόσιας λειτουργίας θα επέτρεπε τη «λειτουργική» δέσμευση ενός θεμελιώδους δικαιώματος με βάση κριτήρια όπως είναι η περιουσιακή κατάσταση ή το μορφωτικό επίπεδο του ασκούντος το δικαίωμα. Βλ. Κώστα Μαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, δ΄ έκδ. Αντώνης Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 2005, σ. 398-399.

[11] Βλ. Αντώνη Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Σάκκουλας, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2004, σ. 298.

Copyright © 2011 Booksreview.

Μετά την «Υπατία»

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΙΤΣΕΛΙΚΗΣ
Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011
tsitselikis-blogΠέρασε ήδη ένας μήνας μετά το τέλος της, και η έκβαση της απεργίας πείνας των 300 μεταναστών προκαλεί διττά αισθήματα: Πρώτον, αίσθημα επιτυχίας στους ίδιους τους απεργούς και σε όσους τους στάθηκαν στον δύσκολο αγώνα τους αλλά και στους πολλούς εκείνους, άτομα και φορείς, που εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους. Παράλληλα, δημιούργησε αισθήματα ήττας και αυτόματα αναπαρήγαγε φοβικό λόγο από εκείνους που κατήγγειλαν την κυβέρνηση ότι υποχώρησε, και ότι έτσι κύματα μεταναστών θα κατακλύσουν την χώρα. Σε κάθε περίπτωση, το τέλος της απεργίας πείνας δεν πρόσφερε δομικές λύσεις για το μεταναστευτικό, το οποίο περιμένει τα φώτα της δημοσιότητας στο ξέσπασμα της επόμενης κρίσης.
Ασφαλώς, ούτε η ηττοπάθεια ούτε η υπεραισιοδοξία μπορούν να αποτελέσουν σίγουρο οδηγό πλεύσης σε ένα όχι εύκολο μέλλον για τους μετανάστες. Αντίθετα, η επόμενη μέρα της απεργίας πείνας πρέπει να συσχετιστεί με το μεταναστευτικό ως προς τις εκκρεμότητες που επείγει να ρυθμιστούν. Εκκρεμότητες που αφορούν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα, συχνά έχοντας παιδιά στο σχολείο. Εάν η απεργία πείνας έληξε με την εφαρμογή του υφιστάμενου δικαίου (θυμίζω ότι κατά σύμπτωση ο ν. 3907/11 τέθηκε σε εφαρμογή ταυτόχρονα με την έναρξη της απεργίας πείνας) και την υπόσχεση βελτιωτικής τροποποίησής του, το μεταναστευτικό στο σύνολό του συνιστά ένα πολυδαίδαλο ζήτημα, και το έχουμε τονίσει ξανά, με βαθιά πολιτικό χαρακτήρα, καθώς είναι συνυφασμένο με την (αν)ασφάλεια και τη συνοχή της ευρύτερης ελληνικής κοινωνίας.
Κρίσιμη προσδοκία παραμένει η αποτελεσματική συμπερίληψη μέσα από το κατώφλι της νομιμότητας για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους οι οποίοι έχουν συγκροτήσει βιοτικούς δεσμούς στην Ελλάδα. Όσο οι άνθρωποι αυτοί ζουν σε ζώνες ανασφάλειας, τόσο η περιπέτεια των ιδίων και της ευρύτερης κοινωνίας συνεχίζεται, βαίνοντας σε ολοένα σκοτεινότερα μονοπάτια. Στα μονοπάτια του ακροδεξιού λόγου, της ρατσιστικής βίας και κυρίως της ανέξοδης καλλιέργειας φοβικών συνδρόμων. Σε αυτά πρέπει να αντιταχθεί ένας ρεαλιστικός λόγος βασισμένος στην πραγματικότητα και να αντιπροτείνει λύσεις που θα εμπεδώσουν την ασφάλεια δικαίου για όλους τους μετανάστες και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Που θα απεγκλωβίσουν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που επιθυμούν να φύγουν. Που θα απαλείψουν τις γκρίζες ζώνες οι οποίες παραπέμπουν στην παραβατικότητα, τη μαύρη εργασία, την εκμετάλλευση και την αποσάθρωση των κοινωνικών δομών αλληλεγγύης. Δεν είναι σίγουρο ότι εν τέλει η απεργία πείνας μεσοπρόθεσμα λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση. Ενδεχομένως να ενδυναμώσει συντηρητικά αντανακλαστικά δυσχεραίνοντας την υιοθέτηση νομοθετικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα φανούν ως έκτακτη παραχώρηση σε εκβιαστικά αιτήματα και όχι ως αποτέλεσμα κοινωνικών αιτημάτων και διεργασιών. Εξάλλου, στο ίδιο κλίμα εντάσσεται και η τελική έκβαση της υπόθεσης του νόμου για την ιθαγένεια που κρίνεται σε λίγους μήνες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μια υπόθεση που εν μέσω έντονων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο σταθμό στη δύσκολη πορεία συμπερίληψης των αλλοδαπών στην ελληνική κοινωνία.
Για να λυθεί με δικαιοσύνη το ζήτημα εκείνων που ζουν μακροχρόνια στη χώρα και που επιζητούν τη νομιμότητα, θεωρώ ότι προέχει άμεσα η εφαρμογή πολιτικών ενσωμάτωσης και η περαιτέρω μεταρρύθμιση του σχετικού δικαίου στο πνεύμα αυτό (βλ. και προτάσεις της Ελληνικής Ένωσης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, www.hlhr.gr) ώστε να επιτευχθεί:
— Η επανεξέταση και απόδοση άδειας παραμονής σε όσους εξέπεσαν από την νομιμοποίηση του 2005 ή σε όσους δεν είχαν «πιάσει» τότε τις προδιαγραφές (σε συνδυασμό με την μείωση των απαιτούμενων ενσήμων για την έκδοση άδειας παραμονής κ.λπ.),
— Η εφαρμογή της δυνατότητας που δίνει το άρθρο 24, ν. 3907/11 (και που ήδη εφαρμόστηκε στους «300»), δηλαδή την απόδοση 6μηνιαίων ανανεώσιμων αδειών,
— Η μείωση του προαπαιτούμενου χρόνου διαμονής τών χωρίς χαρτιά από 12ετία σε 7ετία ή και λιγότερο για την έκδοση ειδικής άδειας διαμονής του νέου άρθρου 44, ν. 3386/05 όταν διαπιστώνεται η ύπαρξη βιοτικών δεσμών.
— Η εφαρμογή ενός δίκαιου συστήματος αναγνώρισης του πολιτικού ασύλου, σύμφωνα με τον ν. 3907/11 και η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμών αιτήσεων.
— Η καταγραφή των μεταναστών διαφορετικών κατηγοριών ώστε να είναι γνωστό στους ίδιους και τη διοίκηση ποιοι δικαιούνται τι. Η απογραφή πληθυσμού μπορεί να είναι μια καλή ευκαιρία.
Τους πανηγυρισμούς για την κατάληξη της απεργίας πείνας δεν θα πρέπει να διαδεχθεί ο εφησυχασμός. Ούτε οι κραυγές φόβου να αποπροσανατολίσουν τη δημόσια συζήτηση από τις μεταβαλλόμενες πραγματικότητες. Οι επάλληλες εκφάνσεις του μεταναστευτικού αναμένουν να αντιμετωπιστούν με γενναίες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις και την άσκηση τολμηρών πολιτικών. Διαφορετικά, η οπισθοδρόμηση θα γίνει μονόδρομος, διογκώνοντας τα προβλήματα, όχι μόνο για τα υποκείμενα της διεκδικούμενης προστασίας, αλλά και για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.
[*] ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΙΤΣΕΛΙΚΗΣ. Επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Διδάσκει διεθνές δίκαιο, δικαιώματα του ανθρώπου και των μειονοτήτων. Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Copyright © 2011 Booksreview.gr.
All Rights Reserved.

Αριστεροί χωρίς Αριστερά. Ο κύκλος που κλείνει

Από τον Λεωνίδα Λουλούδη

elefantis1Πρόπερσι, ανοιξιάτικα, χάσαμε τον Άγγελο Ελεφάντη, ένα χρόνο μετά έσβησε ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης και τον ακολούθησε, στο τέλος του φετινού καλοκαιριού, μετά από πολύχρονη πάλη με ασθένεια, ο Σπήλιος Παπασπηλιόπουλος. Κατεξοχήν τρία πρόσωπα τα οποία, στη Μεταπολίτευση, με τα γραφτά, τα λόγια και τις πρωτοβουλίες τους πήραν το εφήμερο «πολιτικό» από τα κομματικά και τα δημοσιογραφικά γραφεία και το ανύψωσαν σε διαχρονική περιπέτεια της συλλογικής αυτογνωσίας μας.