Category Archives: Τεύχη

Βιώσιμες και δίκαιες συντάξεις σε μια ανοιχτή κοινωνία

Από τον Μάνο Ματσαγγάνη

Σε έναν διαγωνισμό για το πιο βαρετό θέμα συζήτησης το ασφαλιστικό θα διεκδικούσε με αξιώσεις το πρώτο βραβείο. Έχει όλα τα φόντα για κάτι τέτοιο. Κατ’ αρχήν, είναι ζοφερό: οι συντάξεις αφορούν μια περίοδο της ζωής που οι περισσότεροι προτιμούν να μη σκέφτονται. Έπειτα, είναι δυσνόητο: έχει διάφορες τεχνικές πλευρές που λίγοι καταλαβαίνουν και ακόμη λιγότεροι είναι σε θέση να εξηγήσουν. Τέλος, είναι καταθλιπτικό: ως προοπτική δεν φαίνεται να υπόσχεται άλλο από περικοπές και ελλείμματα.

Με βάση τα παραπάνω ίσως να μην είναι τόσο παράξενο ότι οι πολιτικοί το αποφεύγουν, ούτε ότι τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται με αυτό επιδερμικά, ούτε ότι η κοινή γνώμη το παρακολουθεί ζαλισμένη. Και όμως: το ασφαλιστικό βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πολιτικής διαμάχης που αγγίζει μια ολόκληρη σειρά από σύγχρονα προβλήματα – μερικά προφανή (η δημοσιονομική εξυγίανση, η φτώχεια των ηλικιωμένων), άλλα λιγότερο προφανή (η θέση της γυναίκας, οι προοπτικές των νέων, τα δικαιώματα των μεταναστών).

Περί ιχθύων

Από τον Σπύρο  Σφενδουράκη

Shubin Neil, Το ψάρι μέσα μας. Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 304

Σέτσινγκ  Φρανκ, Ειδήσεις από ένα άγνωστο σύμπαν, Καστανιώτη, Αθήνα 2009, σελ. 608

Στις αρχές του 2010 ανακοινώθηκε η εύρεση ιχνών από τετράποδο ηλικίας περίπου 398 εκατομμυρίων ετών (Niedźwiedzki et al. 2010. Nature 463: 43-48). Η παρουσία αυτή μεταθέτει την πρώτη εμφάνιση των τετραπόδων (δηλαδή, των χερσόβιων σπονδυλωτών: αμφίβια, ερπετά, πουλιά και θηλαστικά) κάπου 18 εκατομμύρια χρόνια νωρίτερα από την περίοδο που ξέραμε μέχρι τότε. Μια τέτοια αλλαγή είναι συνηθισμένη στην παλαιοντολογία, καθώς είναι ξεκάθαρο ότι τα απολιθώματα που γνωρίζουμε δεν είναι παρά ένα ελάχιστο κλάσμα των πραγματικών οργανισμών που έζησαν στη Γη, αλλά και ένα μικρό μέρος των όσων έχουν απολιθωθεί και περιμένουν τον τυχερό παλαιοντολόγο που θα τα ανακαλύψει. Μερικές φορές οι ανακαλύψεις που μας οδηγούν να αναθεωρήσουμε σε κάποιο βαθμό τα όσα γνωρίζουμε ανακοινώνονται από τα ΜΜΕ ως συνταρακτικές ανατροπές, δημιουργώντας κάποια σύγχυση στους μη ειδικούς, αλλά και δίνοντας αφορμές για αμφισβητήσεις της εξελικτικής θεωρίας σε όσους θα επιθυμούσαν κάτι τέτοιο.

Αριστεροί χωρίς Αριστερά. Ο κύκλος που κλείνει

Από τον Λεωνίδα Λουλούδη

elefantis1Πρόπερσι, ανοιξιάτικα, χάσαμε τον Άγγελο Ελεφάντη, ένα χρόνο μετά έσβησε ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης και τον ακολούθησε, στο τέλος του φετινού καλοκαιριού, μετά από πολύχρονη πάλη με ασθένεια, ο Σπήλιος Παπασπηλιόπουλος. Κατεξοχήν τρία πρόσωπα τα οποία, στη Μεταπολίτευση, με τα γραφτά, τα λόγια και τις πρωτοβουλίες τους πήραν το εφήμερο «πολιτικό» από τα κομματικά και τα δημοσιογραφικά γραφεία και το ανύψωσαν σε διαχρονική περιπέτεια της συλλογικής αυτογνωσίας μας.

Ο εγκληματίας πολέμου Ράντοβαν Κάρατζιτς και η εποχή του

Από τον Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη

karadjic1Η βάρβαρη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας με πάνω από 100.000 νεκρούς, με περισσότερους από 2.000.000 πρόσφυγες, με φρικτά εγκλήματα, με καταστροφή της κοινωνίας και την άνοδο του υποκόσμου στην εξουσία ήταν αποτελέσματα «πολιτικών» επιλογών κυνικών εξουσιαστών και όχι ιστορικών, θρησκευτικών ή οικονομικών νομοτελειών. Στην περίπτωσή μας είχαμε την επιβολή μιας εξουσίας με τον τεχνητό εθνικισμό της που ομογενοποίησε από το 1987 τη σερβική σκηνή.
Η άνοδος του Μιλόσεβιτς από το 1986 στη θέση του προέδρου της Ένωσης Κομμουνιστών Σερβίας (ΕΚΣ) και η δίψα του για απόλυτη εξουσία ήταν το άλμα προς την τελική καταστροφή. Η κατάληψη της απόλυτης εξουσίας στην 8η σύνοδο της ΕΚΣ το 1987 με αφορμή το πρόβλημα του Κοσόβου και με την προσφιλή του έκφραση να το λύσει «αμέσως» τον οδήγησε στο αγκάλιασμα με τον σερβικό εθνικισμό. Ο Μιλόσεβιτς βρήκε το ιδεολογικό οξυγόνο που του έλειπε, ενώ οι εθνικιστές θεώρησαν ότι βρήκαν το εκτελεστικό όργανο με τους μηχανισμούς βίας που επίσης τους έλειπαν.
Η εθνική ομογενοποίηση ολοκληρώθηκε με την ενθουσιώδη συμμετοχή της Ακαδημίας της Σερβίας, τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία και τη συντριπτική πλειονότητα της «διανόησης».
Το μονοκομματικό καθεστώς, η διανόηση, οι μηχανισμοί εξουσίας, ο ιδεολογικός χώρος, η ιστορία, τέθηκαν στην υπηρεσία επιβολής της Σερβίας στη Γιουγκοσλαβία. Το Κόσοβο, από το 1987 ήταν η αφετηρία για την εθνική ομογενοποίηση και μετά ακολούθησε η Κράινα στην Κροατία με τον πόλεμο του 1991.
Στο ιδεολογικό κλίμα και στη διαμόρφωση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας για τη χειραγώγηση του πληθυσμού εξαιρετικό ρόλο είχε ο συγγραφέας Ντόμπριτσα Τσόσιτς που θεωρείται ο άνθρωπος με τη μεγαλύτερη επιρροή στη σερβική διανόηση.
Το 1988-1989 έγιναν οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις στη Σερβία που απαιτούσαν τα «δίκαια» των Σέρβων στη Γιουγκοσλαβία, την οποία πια θεωρούσαν εμπόδιο για την άνθιση της Σερβίας. Οι διαδηλώσεις οδηγούσαν σε ανιστόρητες εκδηλώσεις εθνικισμού και συσπείρωναν τους μηχανισμούς επιβολής καταργώντας ταυτόχρονα κάθε δυνατότητα αντιπαράθεσης και κριτικής των ενεργειών. Ο Ντόμπριτσα Τσόσιτς ήταν ο εμπνευστής της ίδρυσης των Σερβικών Δημοκρατικών Κομμάτων (ΣΔΚ) στην Κράινα της Κροατίας, όπου υπήρχε σερβικός πληθυσμός, και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
Ο ψυχίατρος Γιόβαν Ράσκοβιτς ανέλαβε το ΣΔΚ στην Κράινα, ενώ ο συνάδελφός του Ράντοβαν Κάρατζιτς στη Βοσνία. Αυτά συμβαίνουν το 1989, πολύ πριν κηρύξουν την ανεξαρτησία τους η Σλοβενία και η Κροατία στα τέλη Ιουνίου 1991.
Ο Γιόβαν Ράσκοβιτς το φθινόπωρο του 1991, αφού άρχισε ο πόλεμος στην Κροατία και με τον γιουγκοσλαβικό στρατό που είχε ήδη μετατραπεί σε σερβικό να καταλαμβάνει ως το τέλος του 1991 το 28,5% της Κροατίας, τα εγκατέλειψε όλα, ήλθε στο Βελιγράδι και πέθανε. «Εγώ μίλησα για δικαιώματα των Σέρβων και όχι για πόλεμο» είπε ο Ράσκοβιτς πριν εγκαταλείψει τη ματαιότητα αυτού του κόσμου.
Ο Ράντοβαν Κάρατζιτς όμως ήταν από άλλη πάστα. Γεννημένος το 1944 στο Μαυροβούνιο, το 1970 πήγε στο Σεράγεβο όπου τελείωσε την ιατρική σχολή και ειδικεύθηκε στην ψυχιατρική. Ήταν ψυχοθεραπευτής στην ποδοσφαιρική ομάδα του Σεράγεβο και το 1983 στον Ερυθρό Αστέρα του Βελιγραδίου. Το 1968, στη φοιτητική εξέγερση στο Σεράγεβο, συμμετείχε με φλογερές ομιλίες, αλλά ήδη από τότε θεωρούνταν άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών. Είχε μια αδυναμία να γράφει ποιήματα και τύπωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές που δεν είχαν καμιά λογοτεχνική αξία.
Ο πατέρας του ήταν Τσέτνικ, καταδικάστηκε μετά τον πόλεμο και έμεινε στη φυλακή τέσσερα χρόνια. Ο Κάρατζιτς εντάχθηκε στην Ένωση Κομμουνιστών (ΕΚ) απ’ τα γυμνασιακά του χρόνια.
Την πρώτη του συλλογή ποιημάτων Τρελό ακόντιο (1968) την έστειλε στον Τίτο. Σ’ αυτή τη συλλογή υπάρχει ο περίφημος στίχος: «Να κατεβούμε στις πόλεις, να σκοτώσουμε τους βρωμιάρηδες», με ό,τι αυτό σημαίνει για το Σεράγεβο του 1992-1995.
Ένα άλλο βιβλίο του με ποιήματα για τα παιδιά, απ’ το 1982, δείχνει την αδυναμία του στα όπλα παρ’ ότι δεν πήγε ποτέ φαντάρος: «Όταν φορέσεις παπούτσια σκληρά, παπούτσια πολεμικά, απλούστατα πιάνεις τα όπλα», γράφει, και συνεχίζει με την υπεράσπιση της πατρίδας!
Είναι εντυπωσιακό για τη διανοητική ισορροπία του Κάρατζιτς το περιστατικό που διηγούνται πολλοί γνωστοί του, όταν, γύρω στα 1987, σε συνάντηση με πολλούς καλεσμένους στο σπίτι του έλεγε: «Εδώ θα είμαστε εμείς, απέναντι οι Μουσουλμάνοι, στον άλλο δρόμο οι Κροάτες και θα πολεμάμε». Ήταν μια περιγραφή αυτών που επρόκειτο να συμβούν έπειτα από λίγα χρόνια.
Ο Κάρατζιτς εκλέγεται πρόεδρος του ΣΔΚ το 1989 με 221 ψήφους από τους 222 συνέδρους. Τώρα πια αρχίζει μια νέα περίοδος στη ζωή του, όπου θα περάσει μέσα από εγκλήματα, γενοκτονίες και πολιτική δραστηριότητα στην ιστορία των εγκληματιών. Δεν πιστεύει τίποτε! Μιλάει, υπόσχεται, διαπραγματεύεται μόνο και μόνο για να καθυστερήσει την ξένη επέμβαση που φοβάται. Ο συγγραφέας Μάρκο Βέσοβιτς που τον ξέρει καλά λέει γι’ αυτόν: «Ο Ράντοβαν θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο, ψυχίατρο, πολιτικό, αλλά απλούστατα είναι ένας ψεύτης!». Ο διανοητικός εξοπλισμός του ανήκει σε ένα κλειστό σύστημα χωρίς αξίες, όπου κυριαρχούν η σύγχυση, το μίσος, η αναζήτηση κάλυψης των ενεργειών του, κοινώς μια λούμπεν συμπεριφορά.
Αποκαλυπτικοί είναι οι διάλογοι του Κάρατζιτς με τον μέντορά του Τσόσιτς γύρω στο 1990:
Κάρατζιτς: Ο ευρωπαϊκός εθνικισμός τώρα θα φουντώσει. Εκείνοι νομίζουν ότι πέρασε ο καιρός του εθνικισμού. Μα ούτε κουβέντα. Οι Σλοβένοι θα χαθούν απ’ τους ευρωπαϊκούς εθνικισμούς.
Τσόσιτς: Μα θα χαθούν ολόκληροι λαοί και κράτη.
Κάρατζιτς: Θα χαθούν εντελώς, θα γίνουν δούλοι.
Τσόσιτς: Απολύτως.
Κάρατζιτς: Αυτός ο Χάβελ κατέστρεψε την Τσεχοσλοβακία!
Τσόσιτς: Αυτός ο συνάδελφός μας (!) έγινε τέτοιος μπουνταλάς. Μικρός είναι αυτός, βρε!
Κάρατζιτς: Μικρός είναι, ανθρωπάκι. Και βλέπετε ότι αυτή η κεντροευρωπαϊκή φιλοσοφία…
Τσόσιτς: Τίποτε, τίποτε.
Κάρατζιτς: Δεν έχουνε ζουμί. Αυτή δεν έχει καθόλου θεμέλια.
Τσόσιτς: Άκου, δεν είναι τυχαίο. Αυτοί έχουν δυο γνωστούς συγγραφείς.
Κάρατζιτς: Τον Κούντερα…
Τσόσιτς: Όχι, όχι, τον Σβέικ* και τον Κάφκα. Ο ένας κοροϊδεύει…
Κάρατζιτς: Και ο άλλος μονίμως παραπονιέται.
Τσόσιτς: Αυτός ο ερωτισμός, τι σημαίνει ο Κούντερα και όλη αυτή η παρέα.
Κάρατζιτς: Μα δεν μπορεί να φτιάξει ένα μύθο.
Τσόσιτς: Εκτός από τον καθολικισμό δεν έχουν τίποτε.
Κάρατζιτς: Τίποτε, κι αυτός είναι ένας βρώμικος καθολικισμός που μονίμως παραπονιέται. Και δεν υπάρχει πιο θλιβερό πράγμα από σλάβικο λαό που είναι καθολικός!
Λίγο πριν τον πόλεμο στη Βοσνία στις 15.2.1992, ο Κάρατζιτς λέει στον Τσόσιτς: «Σε μερικές μόνο μέρες το Σεράγεβο θα χαθεί και θα έχουμε 500.000 νεκρούς». Είχε προηγηθεί η ομιλία του στη Βουλή της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης: «Σε περίπτωση πολέμου οι Μουσουλμάνοι θα εξαφανιστούν από προσώπου Γης».
Ο πόλεμος άρχισε με μια ψεύτικη στρατιωτική επιχείρηση για να «υπερασπίσει» τα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας στη Σλοβενία. Σύντομα την εγκατέλειψε ο στρατός και προωθήθηκε στην Κράινα της Κροατίας, στις περιοχές όπου ζούσαν Σέρβοι. Τον Ιούλιο του1991 και ως το τέλος του έτους κατέλαβε το 28,5% της Δημοκρατίας αυτής. Στις αρχές του 1992, όταν πια είχαν καταστραφεί δεκάδες πόλεις και χωριά, με την ισοπέδωση του Βούκοβαρ και το βομβαρδισμό του Ντουμπρόβνικ, κηρύχθηκε εκεχειρία, ήρθαν κυανόκρανοι του ΟΗΕ και σταμάτησε ο πόλεμος. Τότε είχε αναγνωρίσει και η Γερμανία την ανεξαρτησία της Σλοβενίας και Κροατίας, που ήταν η επισφράγιση της ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Γιουγκοσλαβίας και όχι η δολοφονία της.
Τώρα πια, αρχές του 1992, η αγωνία στρέφεται στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Ο ήρωάς μας έχει συνεννοηθεί για όλα με τον Μιλόσεβιτς, που του είχε αφήσει πολεμικό υλικό και τον στρατηγό Μλάντιτς να σημαδεύει αμάχους και να βομβαρδίζει πόλεις και χωριά.
Το κατηγορητήριο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης για τη Γιουγκοσλαβία καταγράφει σε ένα εκατομμύριο σελίδες τη δραστηριότητα του Κάρατζιτς. Κατηγορείται ότι ως μοναδικός πρόεδρος της Ρεμπούμπλικα Σρπσκα, της Σερβικής Δημοκρατίας της Bοσνίας-Eρζεγοβίνης, και ανώτατος διοικητής των ενόπλων δυνάμεών της από τις 17.12.1992, οργάνωσε γενοκτονία εναντίον θρησκευτικών ή εθνοτικών ομάδων των Βόσνιων Μουσουλμάνων και Κροατών. Είναι υπεύθυνος για διώξεις, δολοφονίες, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σε δεκάδες πόλεις, όπως π.χ. στην Μπάνια Λούκα, στην Μπιέλινα, στο Μπράτουνατς, στο Μπρτσκο, στη Φότσα, στο Πριέντορ, στο Βίσεγκραντ, στη Βλασένιτσα, στο Ζβόρνικ κ.λπ.
Από τον Απρίλιο του 1992 ως τον Αύγουστο του 1995 βομβάρδιζε το Σεράγεβο, με στόχο τη δολοφονία και την τρομοκράτηση των κατοίκων της πόλης, με αποτέλεσμα 12.000 νεκρούς, από τους οποίους 1.700 παιδιά. Η σφαγή της Σρεμπρένιτσα στις 11 Ιουλίου 1995 με 8.372 νεκρούς περιλαμβάνεται σε ιδιαίτερο κατηγορητήριο, για την οποία έχουν καταδικαστεί για γενοκτονία στρατηγοί του Κάρατζιτς με 40 χρόνια φυλακή.
Η σφαγή της Βοσνίας άρχισε τον Απρίλιο του 1992, όταν οι παραστρατιωτικές ορδές του Αρκάν μπήκαν στην Ανατολική Βοσνία και έσφαζαν κατοίκους με στόχο τη φυγή των Μουσουλμάνων στο πλαίσιο της εθνοκάθαρσης.
Στις 6 Απριλίου 1992 άρχισε η πολιορκία του Σεράγεβο, η μεγαλύτερη στη σύγχρονη ιστορία, με διάρκεια 1.300 ημερών, μια πολιορκία που έληξε με τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ τον Αύγουστο του 1995. Έχουν γραφτεί δεκάδες βιβλία για το Σεράγεβο, μια πόλη 500.000 κατοίκων που ζούσε χωρίς ρεύμα, νερό, θέρμανση, τρόφιμα, με την καθημερινή αγωνία του θανάτου επί τόσα χρόνια. Τι έλεγε ο Κάρατζιτς για όλα αυτά στη διάρκεια των σφαγών;
«Αυτό δεν το κάνουμε εμείς, αλλά οι Μουσουλμάνοι∙ εμείς δεν χτυπάμε το Σεράγεβο, αλλά μόνο προστατεύουμε τις εστίες μας γύρω από αυτό». Κάποτε όμως του ξέφυγε μια αλήθεια, όταν δήλωσε: «Όταν πιάνετε δηλητηριώδες φίδι δεν το πιάνετε απ’ την ουρά, αλλά απ’ το κεφάλι, γιατί μπορεί να σας δαγκώσει».
Ενώ για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είπε: «Εμείς δεν οργανώσαμε στρατόπεδα. Οι Μουσουλμάνοι φοβούνται, συγκεντρώνονται σε ορισμένους χώρους κι εμείς τους προστατεύουμε». Σε συνέντευξή του στον Independent τον Αύγουστο του 1993: «Δεν ξέρουμε ποιες είναι οι συνθήκες στα στρατόπεδα. Εμείς κρατάμε φυλακισμένους, δεν τους σκοτώνουμε. Ήρθε μια δημοσιογράφος και διάλεξε μερικούς αδύνατους νέους που ποτέ δεν θα είναι καλύτερα! Κι εγώ όταν ήμουν 30 ετών έμοιαζα μ’ αυτούς»!
Παράλληλα όμως ο Κάρατζιτς ζούσε τη ζωή του. Όταν πήγαινε για διαπραγματεύσεις στη Γενεύη οι συνοδοί του κουβαλούσαν πακέτα τα δολάρια για να παίζει στα καζίνα. Το ίδιο έκανε και στις επισκέψεις του στο καζίνο, κοντά στο Bελιγράδι, του συνεργάτη των σερβικών υπηρεσιών Ασάνιν, ο οποίος δολοφονήθηκε τον Ιούλιο του 1998.
Ο Κάρατζιτς την ίδια περίοδο προσπαθούσε να πείσει ότι έχει τις καλύτερες προθέσεις για την ειρήνη και έστελνε επιστολές ως πρόεδρος της Σερβικής Δημοκρατίας της Bοσνίας-Eρζεγοβίνης. Σε επιστολή του στον πρόεδρο των ΗΠΑ Mπιλ Κλίντον στις 20 Ιανουαρίου 1993 γράφει: «Ο σερβικός λαός, του οποίου η διανόηση ήταν για 45 χρόνια η μοναδική σοβαρή αντιπολίτευση στο κομμουνιστικό δικτατορικό καθεστώς, κοιτάζει με ελπίδα την Αμερική, στην επιθυμία του να οικοδομήσει τη δημοκρατία του. Σήμερα η Αμερική είναι εντελώς παραπληροφορημένη για το σερβικό πρόβλημα».
Στις 9 Μαΐου 1993 απευθυνόμενος πάλι προς τον Κλίντον επιμένει: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Βοσνία ερμηνεύεται λανθασμένα στον δυτικό κόσμο λόγω έλλειψης και διαστρέβλωσης των πληροφοριών».
Σε επιστολή του στον Λόρδο Όουεν στις 17 Ιουλίου 1993 ξεπερνάει όλα τα όρια αποθράσυνσης: «Σχετικά με την επιστολή σας της 12ης Ιουλίου 1993 σας πληροφορούμε με ικανοποίηση ότι πετύχαμε να επιδιορθώσουμε τις εγκαταστάσεις των υδραγωγείων και του φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι το Σεράγεβο τώρα τροφοδοτείται με ορισμένες ποσότητες νερού, αερίου και ρεύματος. Όπως ξέρετε, η μουσουλμανική πλευρά πολλές φορές κατέστρεψε αυτές τις εγκαταστάσεις. Ο στόχος της ηγεσίας τους ήταν να αξιοποιήσει τη συμφορά των πολιτών της για να εξασφαλίσει τη διεθνή συμπάθεια»!
Η γνώση της ψυχιατρικής και η ειδικότητά του στην κατάθλιψη διευκολύνουν τον Κάρατζιτς σε μια παρανοϊκή ερμηνεία της πραγματικότητας, την οποία με θράσος προωθεί.
Οι επιστολές του Κάρατζιτς που απευθύνονται σε Έλληνες έχουν τον αέρα της βεβαιότητας ότι αυτό που λέει γίνεται δεκτό εκ των προτέρων. Σε μήνυμά του στους έλληνες και σέρβους γιατρούς γράφει: «Σε μια στιγμή οι Σέρβοι ήταν τόσο απομονωμένοι που μαζί τους ήταν μόνο οι Έλληνες και ο Θεός. Φαίνεται ότι αυτό ήταν αρκετό εναντίον όλων των άλλων εχθρών μας και γι’ αυτό επιβιώσαμε».
Η μανιχαϊκή ερμηνεία του κόσμου: απ’ τη μια όλος ο εχθρικός κόσμος κι απ’ την άλλη οι Έλληνες και ο Θεός!
Η επιστολή του στον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου στις 25 Νοεμβρίου 1994 είναι παραληρηματική και ξεπερνάει τον Όργουελ: «Μετά τη μεγάλη μουσουλμανική επίθεση αναγκαστήκαμε να περάσουμε στην αντεπίθεση και είναι αρκετά πετυχημένη. Δυστυχώς, εμείς αν θέλουμε την ειρήνη πρέπει να κερδίσουμε τον πόλεμο. Θέλουμε να ξέρετε την αλήθεια, ότι εμάς η νίκη δεν μας ενδιαφέρει για κάποιους άλλους λόγους παρά μόνο λόγω της ειρήνης».
Εδώ ο Κλαούζεβιτς πιάστηκε αδιάβαστος, αφού ο Κάρατζιτς χωρίς καμιά πρωτοβουλία παρά μόνο με αντεπιθέσεις κατέλαβε το 71% της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης!
Τον Αύγουστο του 1995, μετά τη γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα, ο Κάρατζιτς βλέπει ότι πλησιάζει το τέλος, με στρατιωτική επέμβαση και με συμφωνία, και αισθάνεται απομονωμένος. Η επιστολή του στον Α. Παπανδρέου στις 22 Αυγούστου δείχνει την αδυναμία του: και αναζητεί πληροφορίες αλλά και απειλεί ακόμη! Αφού τον ευχαριστεί για την ηθική, πολιτική και υλική βοήθεια που προσέφερε η Ελλάδα στους Σέρβους της Βοσνίας, θέλει να μάθει για το προετοιμαζόμενο Ντέιτον και τονίζει ότι δεν είναι σαφές ποιος θα εκπροσωπήσει τους ομοεθνείς του. Στο τέλος απειλεί ότι το ντοκουμέντο που θα υπογραφεί από Σέρβους από το Βελιγράδι, δηλαδή από τον Μιλόσεβιτς, θα απορριφθεί. Τελικά, μετά τη σφαγή στη Λαϊκή Αγορά της Μαρκάλε στις 28 Αυγούστου 1995, με απολογισμό 43 νεκρούς και 80 τραυματίες, επιταχύνθηκε ο βομβαρδισμός των σερβοβοσνιακών θέσεων στις 30 Αυγούστου και προωθήθηκε η συμφωνία του Ντέιτον που υπογράφηκε στις 21 Νοεμβρίου 1995. Τους Σέρβους εκπροσώπησε ο Μιλόσεβιτς που πήρε και την υπογραφή του Πατριάρχη Παύλου. Ο Κάρατζιτς σιγά σιγά απομονώθηκε και τον αντικατέστησε η «προδότρια», κατά την έκφρασή του, Μπίλιανα Πλάβιτς.
Ο Μιλόσεβιτς ήθελε να κλείσει με το Βοσνιακό και με την Κράινα, γιατί ήξερε ότι πήγε πολύ μακριά. Πρώτα έκλεισε τα σύνορα με τη Βοσνία, μετά συγκρούστηκε με την ηγεσία των Σέρβων της Κράινα. Ο Κάρατζιτς φοβισμένος κατέφυγε στον Τούτζμαν υποσχόμενος διακοπή των σχέσεων και εγκατάλειψη του σχεδίου για ένωση με την Κράινα. Ο Τούτζμαν το αποδέχθηκε και όταν, αρχές Αυγούστου του 1995, εφάρμοσε την επίθεση «Θύελλα» για την εκδίωξη των Σέρβων από την Κράινα, ούτε ο Μιλόσεβιτς ούτε ο Κάρατζιτς αντέδρασαν. Έτσι όλη αυτή η επιχείρηση, από το καλοκαίρι του 1991 με την κατάληψη της Κροατίας, έληξε το 1995 με την εκδίωξη των Σέρβων κατοίκων.
Πώς εκφράζονται, άραγε, για τον Κάρατζιτς, τώρα, οι πιστοί του αποτιμώντας την προσφορά του; Ο συγγραφέας Τόχολι, υπουργός Πληροφοριών του Κάρατζιτς, τον συγκρίνει με τον Χριστό «γιατί και οι δύο καταδικάστηκαν απ’ όλους και αφέθηκαν μόνοι στην αλήθεια και στο δίκαιο». Ο Πατριάρχης της Σερβίας Παύλος συνυπέγραψε κείμενο υπέρ της αθωότητάς του. Ο μέντοράς του Τσόσιτς δεν μπορεί να τον εγκαταλείψει: «Ο Κάρατζιτς είναι ισχυρή πολιτική προσωπικότητα, με μεγάλες υπηρεσίες στον αγώνα για τα ανθρώπινα και εθνικά δικαιώματα του σερβικού λαού, γι’ αυτό αξίζει τη δίκαιη κρίση της ιστορίας και το σεβασμό του λαού και όχι την ταπείνωση, τη δίωξη, τη σύλληψη και το Δικαστήριο της Χάγης». Αλλά πουθενά ο Τσόσιτς δεν αναφέρεται στα μεγάλα του επιτεύγματα, την πολιορκία επί 46 μήνες του Σεράγεβο, τη γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα και τα εκατοντάδες στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Τσόσιτς όμως είναι σαφέστατος για «όλους όσοι υπέκυψαν στις σατανικές κατηγορίες της Ευρώπης», για τους οποίους λέει ότι «έγιναν τυφλοί και ακρωτηριάστηκαν πνευματικά, επειδή δεν μπορούν να καταλάβουν ότι οι ευρωπαίοι κομισάριοι τους έκαναν πλύση εγκεφάλου και τους υπαγορεύουν την ιστορική συνείδηση και τους κοινωνικούς στόχους!».
Μόνο αν καταφύγεις στον κλειστό κόσμο του εθνικιστικού αυτισμού μπορείς να ξεφύγεις από τους Ευρωπαίους θα έπρεπε να είναι το μήνυμα του Τσόσιτς. Αλλά το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο είναι να είσαι υπέρ της εξουσίας και των εγκλημάτων της∙ το δύσκολο είναι να είσαι κόντρα στο ρεύμα, όπως μερικές δεκάδες σέρβοι διανοούμενοι στο Βελιγράδι και στη Βοσνία.
Αφού ο Κάρατζιτς συμπλήρωσε το παρανοϊκό του έργο και εγκατέλειψε την εξουσία, κρυβόταν από το 1996, ενώ σύμφωνα με δήλωση του νέου προέδρου της Ρεπούμπλικα Σρπσκα από το 2005, Μίλοραντ Ντόντικ, ο καταζητούμενος πριν εξαφανιστεί αφαίρεσε το 1997 από το θησαυροφυλάκιο της πατρίδας του 36 εκατομμύρια μάρκα (18 εκατ. ευρώ).
Τελικά πιάστηκε στο Βελιγράδι στις 18 Ιουλίου 2008, αφού τον εγκατέλειψαν οι σερβικές μυστικές υπηρεσίες. Με το όνομα Ντράγκαν Ντάμπιτς και με αλλαγμένα χαρακτηριστικά εργαζόταν ως ομοιοπαθητικός με μεγάλη πελατεία, εμφανιζόταν δημόσια και έκανε διαλέξεις αποκτώντας αρκετά περιουσιακά στοιχεία. Με την παράδοσή του στη Χάγη, λίγες μέρες αργότερα στο Βελιγράδι, οργανώθηκαν διαδηλώσεις και κατα­στράφηκαν μερικές δυτικές πρεσβείες σε επίδειξη πατριωτισμού. Τις επόμενες ημέρες όλα ηρέμησαν.
Η εισαγγελία του Δικαστηρίου της Χάγης από τις 25 Μαΐου 1993 ως τα τέλη του 2004 κατηγόρησε 161 άτομα. Σε δίκη οδηγήθηκαν 93 Σέρβοι, 31 Κροάτες, 14 Βόσνιοι Μουσουλμάνοι, 6 Αλβανοί από το Κόσοβο και 3 από την πΓΔ της Mακεδονίας. Καταδικάστηκαν 50 Σέρβοι με συνολική ποινή 945 χρόνια, 14 Κροάτες σε 171, 5 Βόσνιοι σε 39,5, δύο Αλβανοί σε 19 και ένας από την πΓΔ της Mακεδονίας σε 12 χρόνια. Καταζητούνται ο σφαγέας της Σρεμπρένιτσα Ράτκο Μλάντιτς και ο Γκόραν Χάτζιτς, Σέρβος απ’ την Κράινα.
Απ’ όλους όσοι πέρασαν από το Δικαστήριο της Χάγης την πιο συγκλονιστική εικόνα άφησε ο Μίλαν Μπάμπιτς, πρώτος πρόεδρος της Κράινα, ο οποίος αυτοκτόνησε στο κελί του στις 5 Μαρτίου 2006. Ο Μπάμπιτς συντετριμμένος είπε στο δικαστήριο με τρεμάμενη φωνή:
«Εμφανίζομαι σ’ αυτό το δικαστήριο με βαθιά αίσθηση ντροπής και μετάνοιας. Επέτρεψα στον εαυτό μου να συμμετάσχει στον διωγμό του χειρότερου είδους εναντίον ανθρώπων μόνο επειδή ήταν Κροάτες και όχι Σέρβοι».
Η στάση του Κάρατζιτς στο δικαστήριο θα είναι… καθυστέρηση. Όπως και ο Μιλόσεβιτς, θα λέει: «Δεν ξέρω, δεν είδα…», θα ψάχνει να βρει ευθύνες σε άλλους. Ούτε ένας δεν υπήρξε να αναλάβει τις ευθύνες του και να υποστηρίξει τις ενέργειές του.
Τελικά όλο αυτό το παρανοϊκό έγκλημα που κατέστρεψε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, που υποβάθμισε ηθικά, κοινωνικά και ιστορικά όλο το χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας έγινε με τη χειραγώγηση των λαών από ανεύθυνους και τυχάρπαστους ηγέτες που το οργάνωσαν για την εξουσία τους.
Ο Μιλόσεβιτς ήταν ο πρωτοπόρος και μετά ακολούθησαν και άλλοι. Τα ερείπια αυτής της πολιτικής είναι πολλά. Η οικονομία της Σερβίας υπολογίζεται ότι θα φτάσει στο επίπεδο του 1989 σε 10 χρόνια από τώρα. Το Κόσοβο, από το οποίο άρχισε η ομογενοποίηση του Μιλόσεβιτς, έφυγε οριστικά από τη Σερβία. Οι Σέρβοι της Κροατίας που υποκινήθηκαν από τον Μιλόσεβιτς το 1991 είναι οι περισσότεροι πρόσφυγες. Μόνο η Βοσνία-Ερζεγοβίνη έμεινε αιχμάλωτη της πολιτικής του με προβληματικό μέλλον.
Αποδείχθηκε σαν ιστορικό μάθημα ότι σε χώρες με ανύπαρκτο τον πολίτη και κυρίαρχη τη μάζα η ιδεολογική κάλυψη και χειραγώγηση μέσω έθνους, θρησκείας και ιστορίας είναι σχετικά εύκολη.
Είκοσι δύο χρόνια μετά την άνοδο του Μιλόσεβιτς στην εξουσία, το 1987, η Σερβία δεν μπορεί να βγει από τον φαύλο κύκλο της βίας και της καθυστέρησης.
Η κάθαρση την οποία θέτουν με εντιμότητα οι διανοούμενοι και μικρά κόμματα στη Σερβία αργεί, αλλά είναι η μόνη που οδηγεί σε μια άλλη αρχή. Τελικά ο κλειστός κόσμος, η ομογενοποίηση και κυρίως η ατιμωρησία επέτρεψαν τα φρικτά αυτά εγκλήματα.
Όσο για την Ελλάδα, δύσκολα θα καταλάβαινε ότι έγινε πόλεμος αν δεν βομβαρδιζόταν η Σερβία το 1999. Οποιαδήποτε ανάλυση για την πνευματική, πολιτική και δημοσιογραφική ελίτ σχετικά με το τι συνέβη στη Γιουγκοσλαβία θα είναι θλιβερή. Γιατί αν ακόμη και σήμερα ο Έλληνας πολίτης του 21ου αιώνα σκέφτεται ότι πρέπει να καταδικάσει το έγκλημα μόνο αν τον βολεύουν ο θύτης και το θύμα, τότε αυτό προκαλεί θλίψη.
*
(*) Ο Τσόσιτς μπερδεύει τον συγγραφέα Γιάροσλαβ Χάσεκ με τον ήρωα του μυθιστορήματος O καλός στρατιώτης Σβέικ. 

Τεύχος 1ο – Νοέμβριος 2009

Φίλιπ Ροθ: Ο στοχαστής

Layout 1Από την Κατερίνα Σχινά


Ο
ύτε αυτή τη φορά πήρε το Νόμπελ ο Φίλιπ Ροθ. Χρόνια ολόκληρα βρίσκεται ανάμεσα στους επικρατέστερους, χρόνια ολόκληρα η Σουηδική Ακαδημία τον προσπερνά, ανασύροντας κάποιο εξωτικό όνομα από τους καταλόγους της και εκπλήσσοντας τους πάντες. Βέβαια, οι σουηδοί αθάνατοι δεν εκτιμούν τους Αμερικανούς. Πέρσι, τέτοιον καιρό, ο Οράτιος Ένγκνταλ, γενικός γραμματέας της επιτροπής των Βραβείων Νόμπελ, εξαπέλυσε δριμεία επίθεση εναντίον της αμερικανικής λογοτεχνίας, τονίζοντας ότι η Ευρώπη «παραμένει το κέντρο του λογοτεχνικού κόσμου», ότι η Αμερική «είναι πολύ απομονωμένη, πολύ εσωστρεφής», ότι «οι Αμερικανοί δεν μεταφράζουν αρκετά και δεν συμμετέχουν πραγματικά στον μεγάλο διάλογο της λογοτεχνίας», ότι «η άγνοια περιορίζει τις συγγραφικές τους δυνατότητες».

Τείνει να χαμογελάσει κανείς. Και να σκεφτεί, όπως ο βραβευμένος με Πούλιτζερ κριτικός Μάικλ Ντίρντα, ότι, έτσι κι αλλιώς, το Νόμπελ «είναι το φιλί του θανάτου», η επιβράβευση που αναστέλλει τη συγγραφική δημιουργικότητα. Θα συμφωνούσε, ενδεχομένως, και ο ίδιος ο Ροθ. Όπως έχει πει ο φίλος και βιογράφος του Ρος Μίλερ, επιμελητής της συνολικής έκδοσης των έργων του Ροθ από τη «Βιβλιοθήκη της Αμερικής», το Νόμπελ θα τον κολάκευε, αλλά και θα τον συνέθλιβε. «Θα τον έφερνε στο προσκήνιο. Θα ζητούσαν τη γνώμη του επί παντός επιστητού – ό,τι ακριβώς απεχθάνεται. Ο Ροθ σιχαίνεται τη δημοσιότητα. Του έχει κάνει περισσότερο κακό, παρά καλό».

Δίκοπο μαχαίρι η δημοσιότητα και η αναγνώριση, όντως. Το καλοκαίρι του 2001, όταν το περιοδικό Timeανακήρυξε τον Φίλιπ Ροθ ως τον «καλύτερο μυθιστοριογράφο της Αμερικής», συντηρητικοί, στρατευμένες φεμινίστριες, ραβίνοι, Εβραίοι διανοούμενοι, μεταδομιστές και παραδοσιακοί κριτικοί αναστατώθηκαν, εκλαμβάνοντας τη διάκριση ως προσωπική προσβολή. Αυτός; Ένας σκανδαλιστής, ένας βέβηλος; Ένας συγγραφέας μισογύνης, πολιτικά μη ορθός, αντισημίτης, κυνικός, εγωμανής, αρκούμενος, ελλείψει γνήσιας μυθοπλαστικής φαντασίας, στην αέναη αυτοβιογράφηση; Τι άλλο είναι τα βιβλία του Ροθ, ωρύονταν οι επικριτές του, πέρα από παραλλαγές του μοναδικού του θέματος – του εαυτού του σε διαδοχικές ηλικίες; Νεαρός αυνανιστής στο Σύνδρομο Πορτνόι, απροκάλυπτος πορνογράφος στο Βυζί, αδίστακτος φαλλοκράτης (Η ζωή μου ως άνδρα), χειραγωγός των γυναικών (Το ζώο που ξεψυχά), δύστοκος συγγραφέας, αέναα σκιαμαχώντας με τα φαντάσματά του (σε όσα μυθιστορήματα εμφανίζεται το ροθιανό alter ego, ο Νέιθαν Ζούκερμαν), δύστροπος μεσήλικος (Μάθημα ανατομίας), καταθλιπτικός γέρος (Φεύγει το φάντασμα), εν ζωή κηδευτής της ίδιας της ζωής του (Καθένας);

Πολύ τον ταλάνισε τον Ροθ αυτή η προκατάληψη. Ήδη από το 1981, μιλώντας στον Αλέν Φινκιελκρότ για τονNouvelObservateur είχε θελήσει να εξηγηθεί: «Θα έπρεπε να διαβάζετε τα βιβλία μου σαν μυθοπλασία, απαιτώντας τις απολαύσεις που μπορεί να παραγάγει η μυθοπλασία», έλεγε τότε. «Δεν έχω τίποτα να εξομολογηθώ και κανέναν στον οποίο θα ήθελα να εξομολογηθώ. Όσο για την αυτοβιογραφία μου, καλύτερα να μην αρχίσω να σας λέω πόσο πληκτική θα ήταν. Θα την αποτελούσαν σχεδόν αποκλειστικά κεφάλαια με μένα να κάθομαι μόνος σ’ ένα δωμάτιο, κοιτάζοντας μια γραφομηχανή. Η απουσία γεγονότων από την αυτοβιογραφία μου θα έκανε τον “Ακατονόμαστο” του Μπέκετ να διαβάζεται όπως ο Ντίκενς».

Μήπως τα παραλέει; «Δεν θέλω να πω ότι δεν έχω αντλήσει καθ’ υπερβολήν από τη γενική μου εμπειρία για να τροφοδοτήσω τη φαντασία μου. Αλλά όχι επειδή με ενδιαφέρει να αποκαλύψω τον εαυτό μου, να εκτεθώ, ή ακόμη και να εκφραστώ, αλλά για να επινοήσω τον εαυτό μου. Να επινοήσω τους εαυτούς μου. Να επινοήσω τους κόσμους μου. Ο χαρακτηρισμός των βιβλίων μου ως “αυτοβιογραφικών” ή ακόμη και “εξομολογητικών” όχι μόνο παραχαράσσει την υποθετική τους φύση, αλλά, επιτρέψτε μου να το πω, υποβαθμίζει τη συγγραφική επιδεξιότητα που καταφέρνει να κάνει τα βιβλία να φαίνονται αυτοβιογραφικά, ενώ δεν είναι».

Δεν πρόκειται για αδέξια αυτοϋπεράσπιση. Διαβάζοντάς τον προσεκτικά, σ’ όλη την έκταση του έργου του, διαπιστώνουμε κι εμείς ότι κάθε γλίστρημα του Ροθ στην αυτοβιογραφία είναι χειραγωγημένο, μολυσμένο, ελεγχόμενο από τη μυθοπλασία∙ ότι δεν περιορίζεται στο τετελεσμένο, αφηγούμενος μια ζωή συμπυκνωμένη στη μνήμη, αλλά ανοίγει τη βεντάλια των πιθανοτήτων, προκειμένου να μιλήσει για την πολλαπλότητα. Αν μια ζωή δεν μπορεί να βιωθεί παρά μία φορά και να κλιθεί μονάχα στον αόριστο, στον Ροθ μπορεί να γίνει αντικείμενο ονειροπόλησης, να ιστορηθεί στον πληθυντικό, να κλιθεί στον ενεστώτα και τον μέλλοντα. Η δύναμη του μυθιστορήματος είναι η ικανότητά του να δώσει σώμα σ’ αυτό το όνειρο, «να ξαναμοιράσει τα χαρτιά του παιχνιδιού που ονομάζουμε ζωή» και να μας πείσει ότι αυτό το παιχνίδι μπορεί να εφευρίσκεται πάλι και πάλι. «Αντίθετα από την κοινή αντίληψη», λέει κάπου ο Ζούκερμαν, «η απόσταση ανάμεσα στη ζωή και το έργο του συγγραφέα είναι αυτή που συνθέτει την πιο εντυπωσιακή έκφανση της φαντασίας του». Ο συγγραφέας γράφει για να δραπετεύσει από τη ζωή του και όχι για να τη βάλει στο αρχείο. Για να πολλαπλασιάσει τις ταυτότητες, όπως ένας ηθοποιός πολλαπλασιάζεται μέσα από τους ρόλους του. «Διαβάζω μυθιστόρημα για να απελευθερωθώ από τη δική μου, ασφυκτικά στενή προοπτική ζωής και για να παρασυρθώ σε μια φαντασιακή σύμπνοια με μια πλήρως ανεπτυγμένη αφηγηματική άποψη που δεν είναι η δική μου. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο γράφω», έλεγε το 1981 στον Φινκιελκρότ ο Φίλιπ Ροθ. Κι ύστερα, για τον Ροθ η μυθοπλασία δεν είναι αναπαράσταση. Είναι στοχασμός σε αφηγηματική μορφή.

Ωστόσο, αν χρειαζόμαστε ανυπερθέτως κάποια βιογραφικά στοιχεία, ας κρατήσουμε εκείνα –τα εξωμυθοπλαστικά– που μας δίνει ο ίδιος:

 Γεννήθηκα στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσι, ένα βιομηχανικό λιμάνι 150.000 κατοίκων, κυρίως λευκών, που ανήκαν στην εργατική τάξη. Στις δεκαετίες του ’30 και του ’40 ήταν ακόμη μια απομονωμένη επαρχιακή πόλη. Ο ποταμός Χάντσον, που χώριζε τη Νέα Υόρκη από το Νιου Τζέρσι, θα μπορούσε να είναι το κανάλι που χωρίζει την Αγγλία από τη Γαλλία – η ανθρωπολογική διαφορά ήταν σχεδόν εξίσου μεγάλη, τουλάχιστον για τους ανθρώπους της δικής μας κοινωνικής θέσης. Έζησα σε μια μικροαστική εβραϊκή γειτονιά ως τα 17 μου χρόνια, οπότε και έφυγα για ένα μικρό πανεπιστήμιο της αγροτικής Πενσυλβανίας που είχε ιδρυθεί από βαπτιστές στα μέσα του 19ου αιώνα και συνέχιζε να απαιτεί από τους σπουδαστές την εβδομαδιαία παρακολούθηση της λειτουργίας στο παρεκκλήσι. Δεν θα μπορούσα να είχα βρεθεί μακρύτερα από το πνεύμα της Νέας Υόρκης ή της παιδικής μου γειτονιάς στο Νιούαρκ. Ήθελα να ανακαλύψω πώς ήταν η υπόλοιπη «Αμερική». Η Αμερική σε εισαγωγικά, γιατί για μένα ήταν τότε μονάχα μια ιδέα, όπως και για τον Κάφκα. Στα 16-17 μου χρόνια βρισκόμουν κάτω από την έντονη επίδραση του Τόμας Γουλφ και της λυρικής του αίσθησης για την καθημερινή αμερικανική ζωή με επηρέαζε ακόμη η λαϊκιστική ρητορική που είχε γεννηθεί από την Ύφεση και την οποία η πατριωτική φλόγα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε μεταμορφώσει στον δημοφιλή εθνικό μύθο περί «αχανούς χώρας» και «πλούσιας ποικιλομορφίας» του λαού. Είχα διαβάσει Σίνκλερ Λιούις, Σέργουντ Άντερσον, Μαρκ Τουέιν: κανένας από τους τρεις δεν ήταν εκείνος που θα μ’ έσπρωχνε να συναντήσω την Αμερική στη Νέα Υόρκη ή έστω στο Χάρβαρντ. (…) Γι’ αυτό και διάλεξα ένα συνηθισμένο Πανεπιστήμιο μιας όμορφης μικρής πόλης σε μια εύφορη κοιλάδα στην κεντρική Πενσυλβανία, όπου πήγαινα στο παρεκκλήσι μια φορά την εβδομάδα μαζί με τα χριστιανόπουλα που ήταν συμμαθητές μου, νεαρούς φιλισταίους από συμβατικές οικογένειες. Η προσπάθειά μου να ενσωματωθώ ολόκαρδα στην παραδοσιακή πανεπιστημιακή ζωή εκείνης της εποχής διάρκεσε μόλις έξι μήνες – αν και το παρεκκλήσι μού καθόταν από την αρχή στο στομάχι και είχα αποκτήσει τη συνήθεια να διαβάζω κρυφά Σοπενχάουερ στο στασίδι μου, όση ώρα κρατούσε η λειτουργία. Σύντομα έγινα ένας Χούινχμ που είχε ξεστρατίσει από τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ για να βρεθεί στην Πανεπιστημιούπολη.

Έκανα ένα χρόνο μεταπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, μετά πήγα στην Ουάσινγκτον όπου υπηρέτησα τη θητεία μου. Το 1956 επέστρεψα στο Σικάγο και δίδαξα στο εκεί Πανεπιστήμιο για δύο χρόνια. Άρχισα να γράφω τα διηγήματα που αποτέλεσαν το Αντίο Κολόμπους, κι όταν ο εκδότης μου έκανε δεκτό το βιβλίο το καλοκαίρι του 1958, παραιτήθηκα από τη δουλειά μου στο πανεπιστήμιο και μετακόμισα στο Μανχάταν για να ζήσω τη ζωή ενός νέου συγγραφέα και όχι ενός νέου καθηγητή. Έζησα στο Lower East Side για έξι μήνες περίπου, σε απόλυτη δυστυχία: δεν μου άρεσε η λογοτεχνική σκηνή, δεν με ενδιέφερε ο κόσμος των εκδόσεων, δεν κατάφερνα να μυηθώ στο τρέχον τελετουργικό που καθόριζε τις σεξουαλικές αψιμαχίες περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και, καθώς δεν ασχολιόμουνα ούτε με το εμπόριο, ούτε με τη βιομηχανία, ούτε με τα οικονομικά, άρχισα να μη βλέπω το λόγο να παρατείνω τη διαμονή μου εκεί. Στα χρόνια που ακολούθησαν, έζησα στη Ρώμη, το Λονδίνο, την Αϊόβα και το Πρίνστον. Όταν επέστρεψα στη Νέα Υόρκη το 1963, ήταν για να ξεφύγω από ένα γάμο και στη συνέχεια να ψυχαναλυθώ. Όταν τελείωσε η ανάλυση και η δεκαετία του 1960, έφυγα για την εξοχή όπου και έζησα έκτοτε.

Αν και η απόσταση που μας χωρίζει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 –όπου και ανήκει χρονολογικά αυτό το βιογραφικό σημείωμα– είναι μεγάλη, ωστόσο η λιτή του διατύπωση συνοψίζει επαρκέστατα τη ζωή του Ροθ. Δυο γάμοι, δυο θυελλώδη διαζύγια (το δεύτερο, το 1995, από την ηθοποιό Κλερ Μπλουμ, η οποία θα ζωγραφίσει με μελανά χρώματα τη σχέση τους στο απομνημόνευμά της Εγκαταλείποντας το Κουκλόσπιτο και θα επισύρει την μήνι του συγγραφέα), μια καθημερινότητα απομόνωσης «στα βουνά», συχνά χωρίς τηλέφωνο, ένας (εύλογος;) μισανθρωπισμός. Με όλους τους τρόπους, με τα βιβλία αλλά και με τη ζωή του, ο Ροθ είναι σαν να υποδεικνύει ότι η συγγραφή μπορεί –πραγματικά, άμεσα, σχεδόν σωματικά– να πάρει τα χαρακτηριστικά ενός αγώνα ζωής και θανάτου, προκειμένου να συμφιλιωθεί το αφηρημένο κοσμοείδωλο του καλλιτέχνη με τις πραγματικότητες που υποβάλλει το εν κοινωνία ζην. Όμως πάντα, αναπόδραστα, ο αγώνας αυτός αποδεικνύεται άγονος. Εξ ου και ο αυτοαποκλεισμός, η επιλογή της μοναχικότητας: κανένας δεν μπορεί να καταλάβει τον συγγραφέα καλύτερα απ’ ό,τι ο ίδιος –μολονότι και αυτό δεν είναι πάντοτε βέβαιο– και, ασφαλώς, κανένας αναγνώστης, όσο επαρκής και αν είναι, δεν θα μπορέσει να αποφύγει την παρανάγνωση. «Για τον συγγραφέα, ιδανικός αναγνώστης του έργου του είναι μονάχα ο ίδιος», έχει πει ο Ροθ.

Ωστόσο, συγγραφέας και αναγνώστης συναντιούνται και αλληλεπιδρούν, ακόμη και στη βάση μιας παρεξήγησης. «Η αινιγματική αντενέργεια ανάμεσα σ’ ένα σιωπηλό βιβλίο και έναν σιωπηλό αναγνώστη μου φαινόταν, ήδη από την παιδική μου ηλικία, σαν σπουδαία δοσοληψία», έλεγε ο Ροθ στον Ντόναλντ Γουότσον το 1985. Δεν είχε, βέβαια, περάσει πολύς καιρός αφότου, μιλώντας στον Φινκιελκρότ, είχε παραθέσει ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ TheVoyageOut, ενδεικτικό της ματαίωσης που βαραίνει ανέκαθεν τη σχέση συγγραφέα και αναγνώστη: «Κανένας δεν νοιάζεται. Ο μόνος λόγος για τον οποίο διαβάζει κανείς ένα μυθιστόρημα είναι για να δει τι είδους άνθρωπος είναι ο συγγραφέας και, αν τον γνωρίζει, ποιους από τους φίλους του έχει βάλει μέσα. Όσο για το ίδιο το μυθιστόρημα, τη συνολική ιδέα, τον τρόπο με τον οποίο το είδε, το ένιωσε, το συνέδεσε με άλλα πράγματα ο συγγραφέας, ούτε ένας στο εκατομμύριο δεν νοιάζεται». Αλλά το 1985 η πικρία έχει αρχίσει να καταλαγιάζει και, υποχωρώντας, να ξαναφέρνει στο προσκήνιο –όχι απλώς της λογοτεχνίας, αλλά και του βίου– εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό του μίγμα παιγνιώδους απαισιοδοξίας, ιλαρού σαρκασμού, χιουμοριστικού ζόφου.

«Η άκρατη φιλοπαιγμοσύνη και η θανάσιμη σοβαρότητα είναι οι πιο στενοί μου φίλοι», έλεγε ο Ροθ το 1974 στην Τζόις Κάρολ Όουτς. Και πραγματικά, στα μυθιστορήματά του υπάρχει πάντοτε μια αρκετά γενναία δόση φιλοπαιγμοσύνης, με σκοπό να αναστατώνει και να υποσκάπτει τη σοβαρότητα∙ μια αδιάπτωτη ένταση που ενεργοποιεί τη φαρσοειδή διαπραγμάτευση των πιο σοβαρών θεμάτων. Ο σεβασμός δεν είναι το φόρτε του Ροθ. Τα καλά αισθήματα του προξενούν αφόρητη πλήξη. Γι’ αυτόν δεν υπάρχουν ιερές αγελάδες – τα σατιρικά του βέλη δεν υπολογίζουν φυλή, φύλο, τάξη, θρησκεία, θεσμό. Το σκώμμα του, όμως, συγγενεύει μ’ εκείνο το είδος της ρομαντικής ειρωνείας που συναντάμε στον Χόθορν, τον Μέλβιλ, τον Χένρι Τζέιμς. Αν καταφέρναμε να την περιγράψουμε, ίσως να τη χαρακτηρίζαμε ως διπλή προθετικότητα: ο συγγραφέας διατρανώνει ότι θέλει να τον παίρνουν στα σοβαρά, αλλά ταυτόχρονα έχει πλήρη επίγνωση των εγγενών, στη γραφή του, αντιφάσεων και τις απολαμβάνει.

Μήπως εξάλλου δεν είναι αναπόσπαστο στοιχείο της θεματικής του Ροθ η διαπίστωση της αδυναμίας να καταλήξει κανείς στην οριστική ανάγνωση ενός γεγονότος, μιας ιδεολογίας, ενός προσώπου; Είναι αυτό ακριβώς που συνειδητοποιεί ο Ζούκερμαν στο Αμερικανικό ειδύλλιο όταν προσπαθεί να εξιχνιάσει το αίνιγμα του Σουηδού Λιβόβ και ενορατικά διαπιστώνει: «Παραμένει γεγονός ότι το να καταλαβαίνεις τους ανθρώπους σωστά δεν είναι η ουσία της ζωής έτσι κι αλλιώς. Η ουσία της ζωής είναι να τους καταλαβαίνεις λάθος και πάλι λάθος και ξανά λάθος και μετά, αφού το ξανασκέφτεσαι προσεχτικά, να τους καταλαβαίνεις και πάλι λάθος». Είναι αυτό ακριβώς που επαναλαμβάνει σε κάθε του βιβλίο ο Ροθ: τετελεσμένο νόημα δεν υπάρχει∙ η μόνη τελικότητα είναι η αοριστία. Τα πάντα διαφεύγουν: «Έτσι ξέρουμε ότι είμαστε ζωντανοί: κάνοντας λάθος».

Η θεατρική μεταφορά επανέρχεται ασταμάτητα στο έργο του Ροθ: τα πάντα είναι ένα παιχνίδι με μάσκες, όλα είναι παραπλάνηση και προσομοίωση, ταυτόχρονα όμως και ελεύθερη επινόηση. «Η οικουμενική επιθυμία να είσαι ένας άλλος» που διακηρύσσεται στην Επιχείρηση Σάυλωκ, στοιχειώνει όλα τα έργα του. Η μεταμόρφωση, επίσης. Του σώματος (στο Βυζί ο Ντέιβιντ Κέπες μεταμορφώνεται ανεξήγητα σε στήθος), της προσωπικότητας (τα διαδοχικά στάδια ωρίμανσης του Ζούκερμαν) της ζωής (γιατί τι άλλο παρακολουθούμε στην εξαιρετική του τριλογία Αμερικανικό Ειδύλλιο, Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή και Το ανθρώπινο στίγμα παρά ανθρώπους που η μοίρα τους ανατρέπεται και αλλάζει από τις αδυσώπητες δυνάμεις της ιστορίας;).

Μεταμορφώσεις ανοίκειες, που επικυρώνουν την σύλληψη της ανθρώπινης κατάστασης ως μαύρης κωμωδίας. Τα συστατικά της είναι ο ερωτισμός, η σκληρότητα, ο μηδενισμός, η υπαρξιακή αγωνία, η σαρκαστική αδιαφορία, η αποστασιοποίηση. Συνομιλώντας με την μεγάλη παράδοση του σατιρικού μυθιστορήματος, εν όπλοις αδελφός ενός Κάφκα, ενός Σελίν, ενός Μπέκετ (αν και ιδιοσυστασιακά πολύ διαφορετικός), ο Ροθ δεν προκρίνει την ευθυμία, αλλά τις σκοτεινές αποχρώσεις και τα συνένοχα χαμόγελα. Το εκκεντρικό του χιούμορ είναι η τέχνη της πρόκλησης και της αποφυγής του πλήγματος, ένας τρόπος αφοπλισμού του άγχους. Γιατί στα έργα του η αρρώστια και ο θάνατος είναι πανταχού παρόντα, τα βάσανα του σώματος και της ψυχής αδρά αποτυπωμένα, ο πόνος της απώλειας έντονος. Στον Ροθ οι ήρωες γελάνε και για να μην ξεσπάσουν σε θρήνο∙ ο σαρκασμός εδώ δεν είναι παρά μια έκκληση προς τον αναγνώστη να συμφιλιωθεί με την οικτρή ανθρώπινη συνθήκη, να αποδεχθεί τον κόσμο όπως είναι. Αυτόν τον οιονεί πραγματικό κόσμο στον οποίο βρεθήκαμε να ζούμε, και κυρίως την αμερικανική κοινωνία του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, την οποία ο Ροθ δεν παύει να ξεγυμνώνει, να αποκαλύπτει μέσα στην επιτήδευση, την αδικία και τον παραλογισμό της.

Και εδώ ακριβώς καταρρέει η αντίληψη που θέλει τον Ροθ έναν κατ’ εξοχήν αυτοαναφορικό συγγραφέα. Η τριλογία του σηματοδότησε μια μετακίνηση, τόσο από την άποψη του ταυτοτικού καθορισμού, όσο και από την άποψη της λογοτεχνικής στόχευσης. Δεν είναι πια ο Αμερικανοεβραίος που κατατρίβεται με τις κοινωνικές, ψυχολογικές, πολιτικές συμπαραδηλώσεις της φυλετικής καταγωγής του. Είναι ένας συγγραφέας που συνδυάζει μιαν εν εξελίξει «εθνική» λογοτεχνική ταυτότητα με την προσπάθεια να εγγραφεί στον κανόνα, να συνδεθεί με την αμερικανική λογοτεχνική γενεαλογία. Να ενταχθεί στην παράδοση ενός Χόθορν, ενός Μέλβιλ, ενός Γουίτμαν, αποδομώντας ταυτόχρονα τον εθνικό κανόνα που διαιωνίζει την ιδέα κάποιας εφικτής και μοναδικής «αμερικανικότητας». Προβάλλοντας και ταυτόχρονα αμφισβητώντας τους αμερικανικούς μύθους και συμβολισμούς, ο Ροθ βάζει τους ήρωές του να ξαναδιαβάσουν την αμερικανική ιστορία, τους αναγκάζει να τη δουν όχι ως έναν υπερβατικό, ουτοπικό μύθο, αλλά ως μια ιδεολογική κατασκευή που προδιαγράφει την κατάλυση παλαιότερων εθνικών αφηγήσεων. Συνθέτει την τριλογία του ακολουθώντας στην παράδοση του «Μεγάλου Αμερικανικού Μυθιστορήματος» – μια παράδοση που εξιδανικεύει μορφές όπως ο Χοκ Φιν και ο Τζέι Γκάτσμπι, οι οποίες αναπαριστούν τις εθνικές βασανιστικές αντιφάσεις κάτω από τη μεταμφίεση μιας ατομικής κρίσης ταυτότητας, την ίδια στιγμή που αποκαλύπτει τις, εγγενείς στα μυθικά θεμέλια μιας τέτοιας παράδοσης, αυταπάτες. Με άλλα λόγια, γράφει το Μεγάλο Αμερικανικό Μυθιστόρημα της μεταμοντέρνας εποχής, επικαλούμενος τις έμμονες μυθικές ιδέες του έθνους, ενώ ταυτόχρονα δυναμιτίζει τις ιδρυτικές αφηγήσεις περί του πεπρωμένου της χώρας. Η ασφάλεια του ποιμενικού μύθου είναι πλασματική∙ η ιστορία εισβάλλει επί σκηνής τραυλίζοντας, άσχημη, οργισμένη, εξοντωτικά απρόβλεπτη, δαιμονικά πραγματική. Το «προβλεπόμενο αμερικανικό μέλλον» διακόπτεται βάναυσα∙ η «επιδημία Αμερική» τρυπώνει παντού και «μολύνει τους πάντες». Οι άνθρωποι εξορίζονται από το «πολυπόθητο αμερικανικό ειδύλλιο» και μεταφέρονται σε ό,τι είναι αντίθετό του: «στη μανία, τη βία και την απόγνωση του αντιειδυλλίου, στη γηγενή αμερικανική αλλοφροσύνη». Η κατάρρευση, προς την οποία οδεύει η αμερικανική κοινωνία – μια οργανική οντότητα παρόμοια με τα ανδρικά σώματα των ηρώων του Ροθ, που ταλαιπωρούνται από τον καρκίνο, τις ασθένειες, την καλπάζουσα άνοια, που τρέμουν από την απειλή του θανάτου, όλα μεταφορές για τη συνθήκη του έθνους στη μεταβιομηχανική Αμερική – θα αντικαταστήσει το happy end, την παλιά, βολική, παραμυθητική κατάληξη της αμερικανικής περιπέτειας.

 

Περιεχόμενα

Φίλιπ Ροθ: ο στοχαστής-αφηγητής

Γράφει η Κατερίνα Σχινά

Αριστεροί χωρίς Αριστερά. Ο κύκλος που κλείνει.

Άγγελος Ελεφάντης, Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Σπήλιος Παπασπηλιόπουλος

Γράφει ο Λεωνίδας Λουλούδης

Ο εγκληματίας πολέμου Ράντοβαν Κάρατζιτς και η εποχή του

Γράφει ο Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης

Θα πέθαινες για χάρη της βασίλισσας;

Για την «Κοινωνιοβιολογία» του Κώστα Κριμπά

Γράφει ο Στάθης Ψύλλος

Ο Δαρβίνος, η Εξελικτική και η Ακαδημία Αθηνών

Γράφει ο Κώστας Κριμπάς

Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας και η ιστορική βιβλιογραφία

60 χρόνια από το τέλος του Εμφυλίου, πολλά μένουν ακόμα να διερευνηθούν

Γράφει ο Νίκος Μαραντζίδης

Μια ετυμηγορία για τον Χριστιανισμό

Για το βιβλίο του Piergiorgio Odifreddi «Γιατί δεν μπορούμε να είμαστε Χριστιανοί. Και πόσο μάλλον Καθολικοί»

Γράφει ο Χ.Ε. Μαραβέλιας

Από στοχαστή σε στοχαστή

Για το βιβλίο του Michael Frede «Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία»

Γράφει η Βάσω Κιντή

Ελλάδα, Τουρκία, εθνικοί μύθοι και πραγματικότητες

Για το βιβλίο των Ομούτ Οζκιριμλί – Σπύρου Α. Σοφού «Το βάσανο της ιστορίας. Ο εθνικισμός στην Ελλάδα και στην Τουρκία»

Γράφει ο Αλέξης Ηρακλείδης

Σονέτα της συμφοράς 40

Ποίημα του Χάρη Βλαβιανού

Μάικλ Τζάκσον: ο Πίτερ Παν της ποπ

Για τα βιβλία του Michael Heatley «Michael Jackson, 1958-2009: Η ζωή ενός θρύλου» και των Ian Disley, James Fletcher, Ros Wynne-Jones «Michael Jackson. Ο βασιλιάς της ποπ»

Γράφει η Αστερόπη Λαζαρίδου

Οι λέξεις μας πρέπει να είναι πέτρες

Οι ελληνικές αναγνωστικές συνήθειες και οι συγγραφικές νοοτροπίες

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

Ντετέκτιβ δρ. Φρόιντ

Για το βιβλίο του Jed Rubenfeld «Η ερμηνευτική του φόνου»

Γράφει ο Πέτρος Μαρτινίδης

Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις στον Ψυχρό Πόλεμο

Για το βιβλίο του James Edward Miller «The United States and thw Making of Modern Greece: History and Power, 1950-1974»

Γράφει ο John O. Iatrides

O ύπνος της λογικής γεννά τέρατα

Για το βιβλίο του Zeev Sternhell «Ο αντι-Διαφωτισμός»

Γράφει ο Μανώλης Βασιλάκης

Βέρνερ Χέρτσογκ: ένας ορθολογιστής που κυνηγάει χίμαιρες

Για το βιβλίο της Γράτσια Παγκανέλι «Σημάδια ζωής. Werner Herzog και ο κινηματογράφος»

Γράφει η Δώρα Αναγνωστοπούλου

Όμορφος κόσμος με ψεύτικα υλικά

Για το βιβλίο του Thomas Pynchon «Inherent Vices – A novel»
Γράφει η Τίνα Μανδηλαρά

Η κατάκτηση του εγκεφάλου

Για το βιβλίο του Eric R. Kandel «Αναζητώντας τη μνήμη. Η ανάδυση μιας νέας επιστήμης του νου»

Από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο

Ο θάνατος της τέχνης

Ποίημα της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου

Επαναληπτική καραμπίνα

Για το βιβλίο της Ζυράννας Ζατέλη «Το πάθος χιλιάδες φορές»

Γράφει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η σκοτεινή πλευρά των γεγονότων

Για το βιβλίο του Χάγκεν Φλάισερ «Οι πόλεμοι της μνήμης: ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία»

Γράφει ο Γιάννης Στεφανίδης

Οι Έλληνες είναι όλοι καλοί. Κακοί είναι οι Αμερικάνοι

Για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά»

Γράφει ο Ηλίας Κανέλλης

Copyright © 2011 Booksreview.gr
All Rights Reserved.